Σὺ δὲ χαλκοῦ καὶ χρυσοῦ, τῶν ἀγόνων ὑλῶν, μὴ ζήτει τόκον μηδὲ βιάζου πενίαν τὰ τῶν πλουτούντων ποιεῖν μηδὲ διδόναι πλεονασμοὺς τὸν τὸ κεφάλαιον προσαιτοῦντα. ἢ γὰρ οὐκ οἶδας, ὡς δάνους χρεία εὐπρόσωπός ἐστιν ἐλέου αἴτησις; διὸ καὶ ὁ νόμος, τὸ εἰσαγωγικὸν τῆς εὐσεβείας γράμμα, πανταχοῦ ἀπαγορεύει τὸν τόκον· Ἐὰν δανείσῃς ἀργύριον τῷ ἀδελφῷ σου, οὐκ ἔσῃ αὐτὸν κατεπείγων. καὶ ἡ χάρις τῇ πηγῇ τῆς ἀγαθότητος πλεονάζουσα τῶν ὀφλημάτων νομοθετεῖ τὴν συγχώρησιν, ὅπου μὲν χρηστευομένη καὶ λέγουσα· Καὶ εἰ δανείζετε, παρ᾽ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν· καὶ ἀλλαχοῦ ἐν παραβολῇ τὸν σκληρὸν οἰκέτην πικρῶς κολάζουσα, ὃς τῷ ὁμοδούλῳ προσκυνοῦντι οὐκ ἐπεκλάσθη οὐδὲ ἀφῆκεν ἑκατὸν δηναρίων εὐτελὲς χρέος αὐτὸς τῶν μυρίων ταλάντων λαβὼν τὴν συγχώρησιν. ὁ δὲ σωτὴρ ἡμῶν καὶ τῆς εὐσεβείας διδάσκαλος εὐχῆς κανόνα καὶ τύπον ἀπέριττον τοῖς μαθηταῖς εἰσηγούμενος, ἓν καὶ τοῦτο τοῖς τῆς ἱκεσίας λόγοις ἐνέθηκεν ὡς μάλιστα δεῖν καὶ πρῶτον ἀρκοῦν δυσωπῆσαι θεόν· Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, καθὼς καὶ ἡμεῖς ἀφήκαμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. πῶς οὖν προσεύξῃ, ὁ τοκογλύφος; μετὰ ποίου συνειδότος αἴτημα ἀγαθὸν ζητήσεις παρὰ θεοῦ ὁ πάντα λαμβάνων καὶ μὴ μαθὼν τὸ διδόναι; ἢ οὐκ οἶδας, ὅτι ἡ προσευχή σου ὑπόμνησις μισανθρωπίας ἐστίν; τί συνεχώρησας καὶ συγγνώμην αἰτεῖς; τίνα ἠλέησας καὶ καλεῖς τὸν ἐλεήμονα;
Μετάφραση
Εσύ όμως μην αναζητάς τόκο από τον χαλκό και τον χρυσό, τις άγονες αυτές ύλες, μήτε να εξαναγκάζεις τη φτώχεια να κάνει όσα κάνουν οι πλούσιοι, μήτε να απαιτείς να δίνει περισσεύματα αυτός που ικετεύει για το κεφάλαιο. Ή μήπως δεν γνωρίζεις ότι η ανάγκη δανείου είναι μια εύσχημη αίτηση ελέους; Γι' αυτό και ο Νόμος, το εισαγωγικό γράμμα της ευσέβειας, παντού απαγορεύει τον τόκο: «Εάν δανείσεις αργύριο στον αδελφό σου, δεν θα τον πιέζεις ασφυκτικά». Και η Χάρις, η οποία πλεονάζει από την πηγή της αγαθότητας, νομοθετεί τη συγχώρηση των οφειλών, άλλοτε μεν δείχνοντας καλοσύνη και λέγοντας: «Και εάν δανείζετε σε εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να τα λάβετε πίσω», και αλλού, μέσα σε μια παραβολή, τιμωρώντας πικρά τον σκληρό εκείνο δούλο, ο οποίος δεν σπλαχνίστηκε τον σύνδουλό του που τον ικέτευε ούτε του χάρισε το ευτελές χρέος των εκατό δηναρίων, ενώ ο ίδιος είχε λάβει τη συγχώρηση των μυρίων ταλάντων. Ο δε Σωτήρας μας και διδάσκαλος της ευσέβειας, παραδίδοντας στους μαθητές Του τον κανόνα και τον απέριττο τύπο της προσευχής, συμπεριέλαβε στα λόγια της ικεσίας και τούτο ως το πλέον αναγκαίο και πρώτο που αρκεί για να δυσωπήσει τον Θεό: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, καθώς και ημείς αφήκαμεν τοις οφειλέταις ημών». Πώς λοιπόν θα προσευχηθείς, τοκογλύφε; Με ποια συνείδηση θα ζητήσεις αγαθό αίτημα από τον Θεό, εσύ που τα παίρνεις όλα και δεν έμαθες να δίνεις; Ή μήπως δεν γνωρίζεις ότι η προσευχή σου αποτελεί υπενθύμιση της μισανθρωπίας σου; Τι συγχώρησες και ζητάς συγγνώμη; Ποιον ελέησες και επικαλείσαι τον Ελεήμονα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες