Ποῖον οὖν θέλετε, ὅμοιοι εἶναι τῶν ἁμαρτωλῶν, ἢ ὅμοιοι εἶναι τοῦ Θεοῦ; Ὁρᾷς διδασκαλίαν θείαν; Ἔπεισέ σε πρῶτον ἀπὸ τοῦ φυσικοῦ νόμου. Ὃ γὰρ θέλεις σὺ γενέσθαι σοι, τοῦτο καὶ αὐτὸς ἄλλοις ποίει. Εἶτα πείθει σε καὶ ἀπὸ τοῦ τέλους καὶ τοῦ μισθοῦ· μισθὸν γὰρ ὑπισχνεῖται ὑμῖν τὸ ὁμοίους γενέσθαι Θεῷ. «Μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε. Μὴ καταδικάζετε, καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε· ἀπολύετε, καὶ ἀπολυθήσεσθε. Δίδοτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν. Μέτρον καλὸν πεπιεσμένον, καὶ σεσαλευμένον, καὶ ὑπερεκχυνόμενον δώσουσι εἰς τὸν κόλπον ὑμῶν. Τῷ γὰρ αὐτῷ μέτρῳ ᾧ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν. Εἶπε δὲ καὶ παραβολὴν αὐτοῖς. Μή τι δύναται τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγεῖν; Οὐχὶ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται; Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ. Κατηρτισμένος δὲ πᾶς ἔσται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ.» Παγχάλεπον νόσημα ἀποτέμνει τῶν ἡμετέρων ψυχῶν ὁ Κύριος, τὴν ῥίζαν λέγω τῆς ὑπεροψίας. Ὁ γὰρ μὴ ἑαυτὸν ἐπισκεπτόμενος, ἀλλὰ τὰ τοῦ πλησίον μόνον ἐφορῶν, καὶ ταῦτα μωμεύειν θέλων, πρόδηλον ὅτι ὑπεροψίᾳ ἀλισκόμενος λέληθεν ἑαυτόν. Οἴεται γὰρ πάντως περὶ ἑαυτοῦ, ὅτι οὐχ ἁμαρτάνει. Καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἄλλους ἁμαρτάνοντας αἰτιᾶται. Εἰ οὖν θέλεις ἀκατάκριτος εἶναι, μὴ κατάκρινε ἑτέρους.
Μετάφραση
Τι λοιπόν θέλετε, να είστε όμοιοι με τους αμαρτωλούς ή να είστε όμοιοι με τον Θεό; Βλέπεις τη θεία διδασκαλία; Σε έπεισε πρώτα από τον φυσικό νόμο. Διότι αυτό που θέλεις εσύ να γίνει σε εσένα, αυτό κάνε και εσύ στους άλλους. Έπειτα σε πείθει και από το τέλος και από τον μισθό· διότι σας υπόσχεται ως μισθό το να γίνετε όμοιοι με τον Θεό. «Μην κρίνετε, και δεν θα κριθείτε. Μην καταδικάζετε, και δεν θα καταδικαστείτε· συγχωρείτε, και θα συγχωρεθείτε. Δίνετε, και θα σας δοθεί. Μέτρο καλό, πιεσμένο, κουνημένο και ξεχειλισμένο θα σας δώσουν στον κόρφο σας. Διότι με το ίδιο μέτρο που μετράτε, θα αντιμετρηθεί σε εσάς. Τους είπε δε και μία παραβολή. Μήπως μπορεί τυφλός να οδηγεί τυφλό; Δεν θα πέσουν και οι δύο σε λάκκο; Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από τον δάσκαλό του. Ο καθένας δε που είναι πλήρως καταρτισμένος θα είναι όπως ο δάσκαλός του.» Ένα βαρύτατο νόσημα αποκόπτει από τις ψυχές μας ο Κύριος, εννοώ τη ρίζα της υπεροψίας. Διότι εκείνος που δεν εξετάζει τον εαυτό του, αλλά παρατηρεί μόνο τα σφάλματα του πλησίον και θέλει να τα κατακρίνει, είναι ολοφάνερο ότι, κυριευμένος από υπεροψία, αγνοεί τον ίδιο του τον εαυτό. Διότι νομίζει οπωσδήποτε για τον εαυτό του ότι δεν αμαρτάνει. Και για αυτόν τον λόγο κατηγορεί τους άλλους όταν αμαρτάνουν. Εάν λοιπόν θέλεις να είσαι ακατάκριτος, μην κατακρίνεις τους άλλους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες