Οὐκ ἔστι γὰρ μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον. Εἰ οὖν σὺ ὁ διδάσκαλος δοκῶν καὶ ὁδηγός, πταίεις, πάντως που καὶ ὁ μαθητευόμενος καὶ ὁδηγούμενος. Ὁ γὰρ κατηρτισμένος μαθητής, τουτέστι τετελειωμένος, ἔσται ὡς διδάσκαλος αὐτοῦ. Ταῦτα εἶπε περὶ τοῦ μὴ δεῖν κατακρίνειν τοὺς ὑποδεεστέρους ἡμῶν, καὶ δοκοῦντας ἁμαρτάνειν. Ἐπάγει δὲ καὶ ἕτερα τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. «Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος, τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ δοκὸν τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς; Ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ἀδελφῷ σου, Ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος, τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου, αὐτὸς τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου δοκὸν οὐ βλέπων; Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου. Οὐ γάρ ἐστι δένδρον καλόν, ποιοῦν καρπὸν σαπρόν, οὐδὲ δένδρον σαπρόν, ποιοῦν καρπὸν καλόν. Ἕκαστον γὰρ δένδρον ἐκ τοῦ ἰδίου καρποῦ γινώσκεται. Οὐ γὰρ ἐξ ἀκανθῶν συλλέγουσι σῦκα, οὐδὲ ἐκ βάτου τρυγῶσι σταφυλήν. Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ ἀγαθόν· καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ πονηρόν. Ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόμα αὐτοῦ.» Τί βλέπεις, φησί, τὸ κάρφος, τουτέστι, τὸ μικρὸν ἁμάρτημα τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ δοκόν, τὸ μέγα ἁμάρτημα τὸ σὸν οὐ κατανοεῖς;
Μετάφραση
Διότι δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από τον δάσκαλό του. Αν λοιπόν εσύ, που θεωρείσαι δάσκαλος και οδηγός, σφάλλεις, εξάπαντος θα σφάλει και ο μαθητευόμενος και καθοδηγούμενος. Διότι ο καταρτισμένος μαθητής, δηλαδή ο ολοκληρωμένος, θα γίνει σαν τον δάσκαλό του. Αυτά τα είπε για το ότι δεν πρέπει να κατακρίνουμε τους κατώτερούς μας και αυτούς που φαίνεται ότι αμαρτάνουν. Και προσθέτει και άλλα για το ίδιο θέμα: «Γιατί βλέπεις το σκουπιδάκι στο μάτι του αδελφού σου, και δεν παρατηρείς το δοκάρι στο δικό σου μάτι; Ή πώς μπορείς να λες στον αδελφό σου, Αδελφέ, άφησέ με να βγάλω το σκουπιδάκι από το μάτι σου, ενώ εσύ ο ίδιος δεν βλέπεις το δοκάρι στο δικό σου μάτι; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου, και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το σκουπιδάκι από το μάτι του αδελφού σου. Διότι δεν υπάρχει καλό δέντρο που να κάνει σάπιο καρπό, ούτε σάπιο δέντρο που να κάνει καλό καρπό. Επειδή το κάθε δέντρο αναγνωρίζεται από τον δικό του καρπό. Διότι δεν μαζεύουν σύκα από τα αγκάθια, ούτε τρυγούν σταφύλια από τον βάτο. Ο αγαθός άνθρωπος από τον αγαθό θησαυρό της καρδιάς του βγάζει το αγαθό, και ο πονηρός άνθρωπος από τον πονηρό θησαυρό της καρδιάς του βγάζει το πονηρό. Διότι από το περίσσευμα της καρδιάς μιλάει το στόμα του». Γιατί βλέπεις, λέει, το σκουπιδάκι, δηλαδή το μικρό αμάρτημα του αδελφού σου, και το δοκάρι, το δικό σου μεγάλο αμάρτημα, δεν το αντιλαμβάνεσαι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες