Ἀνόμ. Οὐ διαφέρει ἡ τοῦ Θεοῦ ἀγαθότης τῆς ἐν ἡμῖν ἀγαθότητος; Ὀρθ. Ἔστι γὰρ ἐν ἡμῖν ἀγαθότης ἄλλη τις παρ᾽ αὐτὸν τὸν Θεόν. Ἀνόμ. Οἱ Ἰουδαῖοι οὖν καὶ Ἕλληνες τὸν Θεὸν ἐν ἑαυτοῖς ἔχουσιν; Ὀρθ. Ἀλλ᾽ οὐδὲ ὁ ἁπλῶς λεγόμενος Χριστιανὸς ἐν ἑαυτῷ ἔχει τὸν Θεὸν, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἔχει ὁ ὑποπιάσας τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγήσας, ὥστε δύνασθαι λέγειν· «Ἐπεὶ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ.» Ὁ γὰρ τοιοῦτος ἀκούει παρὰ τοῦ Χριστοῦ· «Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας προφέρει τὰ ἀγαθά.» Ἀνόμ. Εἰ ἔστιν ἀγαθὸς ἄνθρωπος ὁ προφέρων ἐκ τῆς καρδίας τὰ ἀγαθὰ, πῶς οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; Ὀρθ. Ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κατὰ μετοχὴν ἀγαθότητός ἐστιν ἀγαθὸς, ἀλλ᾽ αὐτός ἐστιν ἀγαθότης· ὁ δὲ ἄνθρωπος μετοχῇ ἀγαθότητός ἐστιν ἀγαθός. Ἀνόμ. Καὶ οἱ ἄγγελοι οὐκ εἰσὶν ἀγαθοὶ τῇ φύσει; Ὀρθ. Τῇ φύσει, οὔ· μετοχῇ, ναί. Τὸ γὰρ ὂν τῇ φύσει ἀγαθὸν, ὅ ἐστι τῇ φύσει, οὐ τρέπεται.
Μετάφραση
Ανόμ. Δεν διαφέρει η αγαθότητα του Θεού από την αγαθότητα που υπάρχει μέσα μας; Ορθ. Υπάρχει, άραγε, μέσα μας κάποια άλλη αγαθότητα πέρα από τον ίδιο τον Θεό; Ανόμ. Οι Ιουδαίοι, επομένως, και οι Έλληνες έχουν τον Θεό μέσα τους; Ορθ. Αλλά ούτε και αυτός που απλώς ονομάζεται Χριστιανός έχει μέσα του τον Θεό, παρά μόνον εκείνος που έχει σκληραγωγήσει και υποδουλώσει το σώμα του, ώστε να μπορεί να λέει: «Εφόσον ζητάτε απόδειξη ότι ο Χριστός μιλάει μέσα μου.» Διότι ένας τέτοιος άνθρωπος ακούει από τον Χριστό: «Ο αγαθός άνθρωπος από τον αγαθό θησαυρό της καρδιάς του βγάζει τα αγαθά.» Ανόμ. Εάν είναι αγαθός ο άνθρωπος που βγάζει από την καρδιά του τα αγαθά, πώς δεν είναι κανείς αγαθός παρά μόνον ένας, ο Θεός; Ορθ. Επειδή ο Θεός δεν είναι αγαθός κατά μετοχήν κάποιας αγαθότητας, αλλά ο ίδιος είναι η αγαθότητα· ο άνθρωπος, όμως, είναι αγαθός κατά μετοχήν της αγαθότητας. Ανόμ. Και οι άγγελοι δεν είναι αγαθοί κατά φύσιν; Ορθ. Κατά φύσιν, όχι· κατά μετοχήν, ναι. Διότι εκείνο που είναι κατά φύσιν αγαθό, όντας τέτοιο εκ φύσεως, δεν μεταβάλλεται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες