Ἔγειραι, μηκέτι προσαίτει. Τὸ γὰρ, ἔγειραι, τὸ καθέζεσθαι ἐδήλου. Ὁ δὲ ξηρὰν ἔχων τὴν χεῖρα τί ἐκαθέζετο, ἢ πάντως εἰς τὸ προσαιτεῖν; Οὐ δίδωμί σοι ἀργύριον, ἵνα μὴ ἀναλώσῃς· ὑγείαν σοι δίδωμι, μηδέποτε δαπανωμένην. Μηδὲ διὰ τὸ ξηρὰν ἔχειν τὴν χεῖρα προσαίτει, ἀλλ᾽ ἀπολαβὼν αὐτὴν ὑγιῆ, λοιπὸν καὶ σώαν ἐργασάμενος, ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου πτωχῷ.
Μετάφραση
Σήκω, μην επαιτείς πλέον. Διότι το «σήκω», φανέρωνε ότι καθόταν. Και αυτός που είχε ξηρό το χέρι, για ποιο λόγο καθόταν, παρά εξάπαντος για να επαιτεί; Δεν σου δίνω χρήματα, για να μην τα ξοδέψεις· σου δίνω υγεία, η οποία δεν δαπανάται ποτέ. Μην επαιτείς πια επειδή έχεις το χέρι ξηρό, αλλά, αφού το έλαβες πίσω υγιές, εργαζόμενος στο εξής με αυτό σώο, άπλωσε το χέρι σου στον φτωχό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες