Ὥσπερ γὰρ σίδηρος ὁμιλήσας πυρὶ, τὰ πυρὸς ἐνεργεῖ, καὶ τὴν αὐτοῦ χρείαν πληροῖ, οὕτως, ἐπειδήπερ ἰδία γέγονε τοῦ Λόγου ἡ σὰρξ τοῦ τὰ πάντα ζωογονοῦντος, ταύτῃ τοι ζωοποιός τι καὶ αὐτὴ, καὶ θανάτου καὶ φθορᾶς ἀναιρετική· ζωοποιὸν γὰρ τὸ σῶμα Χριστοῦ εἶναι πιστεύομεν, ἐπείπερ ἐστὶ τοῦ ζῶντος Λόγου ναός τε καὶ ἐνδιαίτημα, πᾶσαν ἔχον αὐτοῦ τὴν ἐνέργειαν. Οὐκ ἠρκέσθη τοίνυν μόνῳ τῷ προστάξαι, καίτοι λόγῳ κατορθοῦν εἰθισμένος ὅσαπερ ἂν βούλοιτο, ἀλλ᾽ ἐπετίθει τῇ σορῷ καὶ τὰς χεῖρας, δεικνὺς ὡς καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ τὴν ζωοποιὸν ἐνέργειαν ἔχει. <Ἔλαβε δὲ φόβος ἅπαντας, καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν, κ.τ.λ.> (A f. 115 b, C f. 120 b) Μέγα καὶ τοῦτο παρά γε ἀναισθήτῳ καὶ ἀχαρίστῳ λαῷ· μικρὸν γὰρ ὕστερον οὐδὲ προφήτην οὐδὲ εἰς ἀγαθὸν τοῦ λαοῦ πεφηνότα νομίζουσιν αὐτόν· ἀλλὰ τὸν θανάτου καταλυτὴν θανάτῳ παραδίδωσιν· οὐκ εἰδότες ὅτι τότε δὴ, τότε κατέλυε θάνατον, ἡνίκα ἐφ᾽ ἑαυτοῦ τὴν ἀνάστασιν ἐποιήσατο. <Ἐξῆλθεν ὁ λόγος οὗτος ἐν ὅλῃ τῇ Ἰουδαίᾳ περὶ αὐτοῦ.> (A f. 116, B f. 70 b, C f. 120 b) Ἔλαθε τὸ παράδοξον τοῦ θαύματος οὐδένα τῶν ἐν ὅλῃ τῇ Ἰουδαίᾳ· ἀπαγγέλλουσι δὲ τοῦτο καὶ αὐτῷ τῷ ἁγίῳ Βαπτιστῇ τῶν ἐπιτηδείων τινὲς ἤτοι τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· ὁ δὲ δύο τινὰς ἀπολέγδην ἀποκρίνας τῶν ἄλλων, πέμπει πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ἐρομένους αὐτὸν, εἰ αὐτός ἐστιν ὁ ἐρχόμενος, ἢ γοῦν ἕτερον προσδοκᾶσθαι χρή.
Μετάφραση
Διότι, όπως ακριβώς ο σίδηρος, όταν έρθει σε επαφή με τη φωτιά, ενεργεί τα της φωτιάς και εκπληρώνει τη δική της λειτουργία, έτσι, επειδή η σάρκα έγινε ίδια του Λόγου που ζωογονεί τα πάντα, γι' αυτόν τον λόγο είναι και η ίδια ζωοποιός, και καταργεί τον θάνατο και τη φθορά· διότι πιστεύουμε ότι το σώμα του Χριστού είναι ζωοποιό, επειδή ακριβώς είναι ναός και κατοικία του ζώντος Λόγου, έχοντας όλη την ενέργειά Του. Δεν αρκέστηκε λοιπόν μόνο στο να προστάξει, αν και ήταν συνηθισμένος να κατορθώνει με τον λόγο όσα ήθελε, αλλά έβαλε και τα χέρια Του στη σορό, δείχνοντας ότι και το σώμα Του έχει τη ζωοποιό ενέργεια. <«Κατέλαβε δε φόβος άπαντας, και εδόξαζαν τον Θεό», κ.τ.λ.> (A φ. 115 β, C φ. 120 β) Μεγάλο είναι και αυτό εκ μέρους ενός αναίσθητου και αχάριστου λαού· διότι λίγο αργότερα δεν Τον θεωρούν ούτε προφήτη ούτε ότι φανερώθηκε για το καλό του λαού, αλλά παραδίδουν στον θάνατο τον καταλυτή του θανάτου, μη γνωρίζοντας ότι ακριβώς τότε, τότε κατέλυε τον θάνατο, όταν πραγματοποίησε στον εαυτό Του την ανάσταση. <«Εξήλθε ο λόγος αυτός σε όλη την Ιουδαία περί αυτού».> (A φ. 116, B φ. 70 β, C φ. 120 β) Το παράδοξο του θαύματος δεν διέλαθε της προσοχής κανενός σε όλη την Ιουδαία· και το αναγγέλλουν αυτό και στον ίδιο τον άγιο Βαπτιστή κάποιοι από τους οικείους του, δηλαδή από τους μαθητές του· αυτός δε, ξεχωρίζοντας επιλεκτικά δύο από τους υπόλοιπους, τους στέλνει στον Ιησού, για να Τον ρωτήσουν αν Αυτός είναι ο ερχόμενος ή αν πρέπει να περιμένουν άλλον.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες