διὰ μὲν γὰρ τοῦ λέγειν, ὅτι ὁ λύχνος ἦν ἐκεῖνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων, δυσωπεῖ κατὰ τὸ εἰκὸς ὡς οὔπω νενοηκότας τὸ ἐν νομικοῖς αἰνίγμασι καὶ πάλαι σκιαγραφούμενον· διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν Ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ, τῆς ἄνωθεν ψήφου τὸ οἰκεῖον ἀεὶ προτάττοντας θέλημα πάλιν εἰσφέρει, καὶ οἷσπερ ἂν βούλωνται μόνοις ἀκολουθεῖν εἰθισμένους. τοῦ γὰρ νομοθέτου, φησὶ, διὰ παντὸς φαίνειν τε καὶ καίεσθαι τὸν λύχνον διατεταχότος, οὐκ εἰς ἀεὶ φαίνειν αὐτὸν ὑμεῖς ἠθελήσατε, ἀλλὰ πρὸς μόνην ὥραν, τουτέστι πρὸς ὀλιγοστὸν κομιδῆ τὸν καιρόν. ἐν ἀρχῇ γὰρ θαυμάσαντες κατεσβέσατε, τὸ ὅσον ἐφ᾽ ἑαυτοῖς, τοῦ λύχνου τὸ φῶς, ἀλογώτατα μὲν ἐπισκήπτοντες τῷ θεόθεν ἀπεσταλμένῳ, καὶ οὐ μόνον αὐτοὶ τὸ βαπτίζεσθαι παραιτούμενοι, ἀλλὰ καὶ τοῦ βαπτίζειν ἑτέρους ἀποκωλύοντες· ἀπεστείλατε γὰρ πρὸς αὐτὸν λέγοντες “Τί οὖν βαπτίζεις;” τουτέστι τί φωτίζεις εἰς μετάνοιαν καὶ ἐπίγνωσιν τοῦ Χριστοῦ; οὐκοῦν εὐηθείας ἅμα καὶ παρανομίας ἐπήνεγκε γραφὴν τοῖς ἀνοήτοις γραμματεῦσι καὶ Φαρισαίοις, ταῖς Ἰωάννου πάλιν ἐπαγωνιζόμενος φωναῖς ὁ Σωτήρ· ὅπερ οἶμαι συνεὶς, ἄριστά τε διειληφὼς καὶ ὁ μακάριος Λουκᾶς τῆς ἐκείνων ἀπονοίας καταβοᾷ λέγων “Καὶ πᾶς ὁ λαὸς ”ἀκούσας” τῶν τοῦ Σωτῆρος ῥημάτων δηλαδὴ, “ἐδικαίωσαν ”τὸν Θεὸν, βαπτισθέντες τὸ βάπτισμα Ἰωάννου.
Μετάφραση
Διότι λέγοντας ότι «εκείνος ήταν ο λύχνος που έκαιγε και φώτιζε», τους ελέγχει ευλόγως ως ανθρώπους που δεν έχουν κατανοήσει ακόμη αυτό που σκιαγραφούνταν από παλιά μέσα από τα νομικά αινίγματα. Και με το να πει «Εσείς όμως θελήσατε να αγαλλιάσετε για λίγη ώρα στο φως του», πάλι τους παρουσιάζει να προτάσσουν πάντοτε το δικό τους θέλημα έναντι της άνωθεν απόφασης, και να έχουν συνηθίσει να ακολουθούν μόνο όσα οι ίδιοι επιθυμούν. Διότι, λέγει, ενώ ο νομοθέτης διέταξε να φέγγει και να καίει ο λύχνος διαπαντός, εσείς δεν θελήσατε να φέγγει για πάντα, αλλά μόνο για μία ώρα, δηλαδή για ένα εντελώς ελάχιστο χρονικό διάστημα. Επειδή, αφού στην αρχή τον θαυμάσατε, κατόπιν σβήσατε, όσον αφορά το δικό σας μέρος, το φως του λύχνου, επικρίνοντας εντελώς παράλογα αυτόν που είχε σταλεί από τον Θεό, και όχι μόνο αρνούμενοι οι ίδιοι να βαπτιστείτε, αλλά εμποδίζοντάς τον και από το να βαπτίζει άλλους· διότι στείλατε απεσταλμένους προς αυτόν λέγοντας: «Τότε γιατί βαπτίζεις;», δηλαδή γιατί φωτίζεις οδηγώντας στη μετάνοια και στην επίγνωση του Χριστού; Επομένως, ο Σωτήρας απήγγειλε κατηγορία αφέλειας και συνάμα παρανομίας στους ανόητους γραμματείς και Φαρισαίους, υπερασπιζόμενος πάλι τα λόγια του Ιωάννη. Αυτό ακριβώς νομίζω πως εννόησε και κατανόησε άριστα ο μακάριος Λουκάς, και γι' αυτό κατακρίνει εντόνως τη δική τους απόνοια, λέγοντας: «Και όλος ο λαός, όταν άκουσε» –τα λόγια του Σωτήρα δηλαδή– «εδικαίωσε τον Θεό, καθώς βαπτίστηκε με το βάπτισμα του Ιωάννη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες