Λοιπὸν οὖν κἂν ἐλάττους ὦμεν τῶν τὴν ἐν νόμῳ δικαιοσύνην ἐχόντων, κατά γε τὴν τῆς ζωῆς ἀστειότητά φημι, ἀλλ᾽ ἐν μείζοσι γεννητῶν γυναικὸς διὰ Χριστόν. <Ὅμοιοί εἰσι παιδίοις τοῖς ἐν ἀγορᾷ καθημένοις.> (A f. 118 b, B f. 73, C f. 121 b). Ἦν τάχα που παιγνίου τις τρόπος παρὰ τῶν Ἰουδαίων παισὶν οὕτως ἔχων· Εἰς μέρη δύο πληθὺς παιδίων ἐτέμνετο, ἃ καὶ τὴν τοῦ βίου γελῶντα τύρβην καὶ τῶν ἐν αὐτῷ πραγμάτων τὸ ἀνώμαλον, καὶ τῶν ἑτέρων τὴν εἰς ἕτερα δεινὴν καὶ ἀθρόαν μεταβολὴν, τὰ μὲν ηὔλουν, τὰ δὲ ἐθρήνουν· ἀλλ᾽ οὔτε τοῖς αὐλοῦσι καὶ χαίρουσιν οἱ θρηνοῦντες συνήδοντο, οὔτε μὴν τοῖς κλαίουσιν οἱ τὸν αὐλὸν ἔχοντες, συνεπλάττοντο. Εἶτα ἀλλήλοις ἐνεκάλουν τρόπον τινὰ τὸ ἀσυμπαθὲς ἤγουν ἀδιάθετον.
Μετάφραση
Επομένως, λοιπόν, ακόμη και αν είμαστε κατώτεροι από εκείνους που κατέχουν τη δικαιοσύνη του νόμου, αναφέρομαι βέβαια στην κοσμιότητα του βίου, εντούτοις συγκαταλεγόμαστε στους μεγαλύτερους από όσους έχουν γεννηθεί από γυναίκα, χάρη στον Χριστό. <Είναι όμοιοι με τα παιδιά που κάθονται στην αγορά.> (A f. 118 b, B f. 73, C f. 121 b). Υπήρχε ίσως κάποιο είδος παιχνιδιού στα παιδιά των Ιουδαίων το οποίο παιζόταν ως εξής: Το πλήθος των παιδιών χωριζόταν σε δύο ομάδες, οι οποίες, διακωμωδώντας την ταραχή του βίου και την αστάθεια των πραγμάτων μέσα σε αυτόν, καθώς και τη φοβερή και απότομη μεταβολή των καταστάσεων, άλλα μεν έπαιζαν αυλό, άλλα δε θρηνούσαν. Όμως ούτε εκείνα που θρηνούσαν συμμετείχαν στη χαρά όσων έπαιζαν αυλό και χαίρονταν, ούτε βέβαια όσα κρατούσαν τον αυλό συνέπασχαν με εκείνα που έκλαιγαν. Έπειτα, κατηγορούσαν κατά κάποιον τρόπο τα μεν τα δε για την έλλειψη συμπόνιας, δηλαδή για την αδιαφορία τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες