Ἐλθοῦσα γὰρ ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Φαρισαίου οὔτε τὸ πλῆθος τῶν ἑστιωμένων ἠρυθρίασεν, οὔτε τὸν καιρὸν τῆς εὐωχίας ὡς ἄκαιρον εἰς ἐξομολόγησιν ἔφυγεν, ἀλλὰ τῇ λύπῃ συνεχομένη καὶ σφοδρὸν ἔχουσα τῶν πλημμελημάτων τὸ πένθος οὐδὲ τὸ βραχύτατον ἠφίει τὸν τῶν ἁμαρτιῶν ἰατρόν. Οὐ μὴν οὐδὲ εἰς τὸ πρόσωπον κατ’ ὄψιν ἐρχομένη ἱκέτευεν, ἀλλὰ τὸ ἀνάξιον ἑαυτῆς καὶ ἀπαρρησίαστον διὰ τοῦ σχήματος ἑρμηνεύουσα, τὴν κατὰ νώτου χώραν καταλαβοῦσα καὶ οὐδὲ ἑστῶσα ἁπλῶς, ἀλλὰ κατόπιν τῶν ποδῶν λαβομένη, λύσασα δὲ τὰς κόμας καὶ τοῖς πράγμασι δημοσιεύουσα τὴν πενθοῦσαν ψυχὴν καὶ τοῖς ποσὶν τοῦ Ἰησοῦ τὸ δάκρυον ἐπιρρέουσα μετὰ πολλῆς τῆς συμπαθείας ᾔτει τὸν ἔλεον· καὶ τοσοῦτον προχεομένη, ὥστε καὶ βρέχειν τοὺς πόδας καὶ τῇ κόμῃ πάλιν ἐκμάττουσα τὴν ὑγρότητα πᾶσαν εὐλάβειαν ταπεινὴν ἐπεδείκνυτο. Ἵνα δὲ συνελὼν εἴπω, πάσαις ταῖς αἰσθήσεσι καὶ τοῖς μέλεσι τοῖς ἡμαρτηκόσιν ἡ γυνὴ τὴν μετάνοιαν ἐξεπόνει· ἡ δὲ δημοσία καὶ εἰς τοὔμφανες οὕτως ὀδυρομένη τὰς ἁμαρτίας τίνα κατ’ ἰδίαν ἐπὶ σχολῆς ἔπραττεν, ἔξεστιν τεκμηράμενον συνορᾶν. Ἡμῶν δὲ ἡ μὲν ὑπόσχεσις μετάνοιαν ἐπαγγέλλεται· ἡ δὲ πρᾶξις οὐδὲν ἐπίπονον δείκνυσιν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ἔχομεν τοῦ βίου κατάστασιν ἣν καὶ πρὸ τῆς ἁμαρτίας ἐζῶμεν.
Μετάφραση
Διότι, όταν ήλθε στο σπίτι του Φαρισαίου, ούτε ντράπηκε το πλήθος των συνδαιτυμόνων, ούτε απέφυγε την ώρα του συμποσίου ως ακατάλληλη για εξομολόγηση, αλλά, κατεχόμενη από λύπη και έχοντας σφοδρό πένθος για τα αμαρτήματά της, δεν απομακρυνόταν ούτε για μια στιγμή από τον ιατρό των αμαρτιών. Ούτε, βέβαια, ήλθε ενώπιόν του ικετεύοντάς τον κατά πρόσωπο, αλλά εκφράζοντας την αναξιότητά της και την έλλειψη παρρησίας με τη στάση της, πήρε θέση πίσω του και δεν στεκόταν απλώς, αλλά, πιάνοντας τα πόδια του από πίσω, λύνοντας τα μαλλιά της και καθιστώντας έτσι φανερή εμπράκτως την πενθούσα ψυχή της, και βρέχοντας με δάκρυα τα πόδια του Ιησού, ζητούσε με πολλή συντριβή το έλεος. Και έχυνε τόσα πολλά δάκρυα, ώστε να βρέχονται τα πόδια του, και, σκουπίζοντας πάλι την υγρασία με τα μαλλιά της, επιδείκνυε απόλυτα ταπεινή ευλάβεια. Για να το πω με συντομία, με όλες τις αισθήσεις και με τα μέλη που είχαν αμαρτήσει, η γυναίκα κατεργαζόταν κοπιαστικά τη μετάνοια. Και εκείνη που δημοσίως και φανερά θρηνούσε έτσι τις αμαρτίες της, μπορεί κανείς να συμπεράνει τι έπραττε ιδιαιτέρως, όταν είχε την άνεση του χρόνου. Ενώ η δική μας υπόσχεση επαγγέλλεται μεν μετάνοια, η πράξη μας όμως δεν δείχνει κανέναν κόπο, αλλά διατηρούμε την ίδια κατάσταση βίου που ζούσαμε και πριν από την αμαρτία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες