Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν, ὁ ἀεὶ ἐμβατεύων τὰ κρυπτὰ τῶν καρδιῶν, ὡς Πλάστης, οὐκ εὐθὺς ἀποτόμως ἐλέγχει τὸν πονηρόν, ἀλλ᾽ ἀνεξικάκως φέρει εἰς φῶς τὰ κρυπτά· καὶ δὴ ἐν πρᾳότητι καὶ πολλῇ χρηστότητι αἰνιγμάτισεν αὐτόν, ἅπερ ἐλογίσατο· Σίμων, Σίμων, ἔχω τινὰ εἰπεῖν σοι παραβολήν, καὶ κριτήν σε βούλομαι στῆσαι τῶν ἐμῶν ῥημάτων. Δανειστῇ τινι ἦσαν δύο χρεωφειλέται· ὁ εἷς αὐτῷ ὤφειλε πεντήκοντα χρύσινα, ὁ δὲ ἕτερος ὤφειλε δεκάκις πεντήκοντα· ἦσαν δὲ ἀσπάζοντες πενίαν ἀμφότεροι· θεωρῶν δὲ ὁ μέγας ἐκεῖνος δανειστὴς τὴν θλῖψιν, ἑκατέροις ἴσως κυρώσας τὴν ἄφεσιν, ἔδειξε πᾶσι προφανῶς μεγίστην συμπάθειαν. Πῶς αὐτὸς δοκιμάζεις περὶ τῶν ἑκατέρων; Τίς ὀφείλει πλείονα φιλεῖν τὸν συγχωρητήν· ὁ ὀλίγον ἐαθείς, ἢ μᾶλλον ὁ τὰ πολλά; Ἀμφότεροι γὰρ ἔσχον παρ᾽ αὐτοῦ τὴν ἄφεσιν.
Μετάφραση
Ο Κύριός μας, όμως, που ως Πλάστης ερευνά πάντοτε τα κρυφά των καρδιών, δεν ελέγχει αμέσως και απότομα τον πονηρό, αλλά με ανεξικακία φέρνει στο φως τα κρυφά· και μάλιστα, με πραότητα και πολλή αγαθότητα του μίλησε αινιγματικά για όσα εκείνος συλλογιζόταν: Σίμων, Σίμων, έχω να σου πω μια παραβολή, και θέλω να σε ορίσω κριτή των λόγων μου. Κάποιος δανειστής είχε δύο χρεοφειλέτες· ο ένας του όφειλε πενήντα χρυσά νομίσματα, και ο άλλος του όφειλε πεντακόσια. Επειδή όμως και οι δύο δοκιμάζονταν από τη φτώχεια, βλέποντας εκείνος ο μεγάλος δανειστής τη θλίψη τους και επικυρώνοντας ισότιμα την άφεση του χρέους και στους δύο, έδειξε ολοφάνερα σε όλους μέγιστη ευσπλαχνία. Εσύ πώς κρίνεις για τον καθένα από τους δύο; Ποιος οφείλει να αγαπά περισσότερο αυτόν που συγχώρησε το χρέος; Εκείνος στον οποίο χαρίστηκαν λίγα, ή μάλλον εκείνος στον οποίο χαρίστηκαν πολλά; Διότι και οι δύο έλαβαν από αυτόν την άφεση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες