Ἱκανὸν γὰρ ἡ βασκανία πηρῶσαι διάνοιαν. Ἀλλ᾽ ὁ τὰ ἀπόῤῥητα εἰδὼς, καὶ ἀκόντων αὐτῶν ἐκεῖνον ἀνεκήρυξε. Καὶ ὅτι τοῦτό ἐστιν ἀληθὲς, ἄκουσον αὐτοῦ τοῦ Λουκᾶ πάλιν αὐτὸ ἑρμηνεύοντος. Αὐτὸς γὰρ οὕτω φησὶν, ὅτι Οὐ μακρὰν ἀπέχοντος αὐτοῦ ἔπεμψε λέγων· Ὦ Κύριε, μὴ σκύλλου· οὐ γάρ εἰμι ἄξιος, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς. Ὅτε γὰρ ἀπηλλάγη τῆς ἐπαχθείας αὐτῶν, τότε πέμπει λέγων· Μὴ νομίσῃς ὅτι δι᾽ ὄκνον οὐ παρεγενόμην, ἀλλ᾽ ἐμαυτὸν ἀνάξιον εἶναι ἐνόμισα τοῦ δέξασθαί σε ἐν τῇ οἰκίᾳ.
Μετάφραση
Διότι ο φθόνος είναι ικανός να τυφλώσει τη διάνοια. Αλλά Εκείνος που γνωρίζει τα απόκρυφα, ανέδειξε εκείνον ακόμη και παρά τη δική τους θέληση. Και ότι αυτό είναι αληθές, άκουσε τον ίδιο τον Λουκά που το ερμηνεύει και πάλι. Διότι ο ίδιος λέει τα εξής, ότι ενώ δεν απείχε πολύ, έστειλε ανθρώπους λέγοντας: «Κύριε, μην μπαίνεις στον κόπο· διότι δεν είμαι άξιος να εισέλθεις κάτω από τη στέγη μου». Διότι, όταν απηλλάγη από τη φορτικότητά τους, τότε στέλνει μήνυμα λέγοντας: «Μη νομίσεις ότι δεν παρουσιάστηκα από ραθυμία, αλλά θεώρησα τον εαυτό μου ανάξιο να σε δεχθώ στην οικία μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες