Τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα. Τάχα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ ἐνεργῆσαν ταῦτα γραφῆναι, στόμα νῦν εἴρηται, παρὰ τὸ καὶ ἐκ στόματος τοῦ Θεοῦ λέγεσθαι προεληλυθέναι. Ὥστε σε μὴ καταφρονητικῶς ἀκοῦσαι τῶν ἀπειλῶν, τὸ ἀψευδὲς στόμα ἐπεμαρτύρατο ἡμῖν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, τὸ ταῦτα λαλῆσαν. Τίς δὲ οὕτω ταπεινὸς καὶ σάρκινος τὴν διάνοιαν, ὥστε τὰ εἰς ἀντίδοσιν τῆς εὐπειθείας παρὰ τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ τεταμιευμένα τοῖς ἀνθρώποις, βρώματα εἶναι νομίζειν, καρποὺς τῆς γῆς εἰς φθορὰν δεδομένους τῇ ἀποχρήσει; Ἀλλὰ δηλονότι, κατὰ τὴν παραβολὴν τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ἐν τῇ καλῇ γῇ σπέρμα καρδία ἐστὶ καλὴ καὶ ἀγαθὴ, ἀκούουσα τοῦ λόγου, καὶ κατέχουσα καὶ καρποφοροῦσα ἐν ὑπομονῇ. Ἄξιον οὖν ἐπαγγελίας Θεοῦ, ἡ τῶν ἡδίστων καρπῶν τῆς καρδίας ἀπόλαυσις. Καρποὶ δὲ καρδίας, τὸ ἐν θεωρίᾳ τοῦ θείου κάλλους τερπνόν. Οὗτοι δὲ οἱ καρποὶ ἐκ τῆς εἰς τὸ πνεῦμα σπορᾶς γεωργοῦνται, θεριζόμενοι εἰς ζωὴν αἰώνιον, ὧν ὁ συνάγων ἐν ἀγαλλιάσει τὰ δράγματα, κατατρυφᾷ τοῦ Κυρίου, λαμβάνων παρ᾽ αὐτοῦ τὰ αἰτήματα. Πρότερον μέντοι θελῆσαι δεῖ, καὶ τότε εἰσακοῦσαι, ἵνα τὸ ἐφ᾽ ἡμῖν ἀκατανάγκαστον ᾖ. Καὶ πάλιν· Ἐὰν μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου. Ἐκ τοῦ μὴ θελῆσαι, τὸ μὴ εἰσακοῦσαι. —Οὕτω πᾶσα μακαριότης, καὶ ἡ ἐν κολάσει ἐν τοῖς ἐπιπόνοις διαγωγὴ ἐκ τοῦ ἐφ᾽ ἡμῖν ἤρτηται.
Μετάφραση
Διότι το στόμα του Κυρίου τα ελάλησε αυτά. Ίσως το Άγιο Πνεύμα, το οποίο ενήργησε ώστε να γραφούν αυτά, ονομάζεται τώρα στόμα, εξαιτίας του ότι λέγεται πως έχει προέλθει από το στόμα του Θεού. Ώστε λοιπόν να μην ακούσεις με περιφρόνηση τις απειλές, ο λόγος του Κυρίου έφερε ως μαρτυρία σε εμάς το αψευδές στόμα που τα ελάλησε αυτά. Ποιος όμως είναι τόσο χαμερπής και σαρκικός στη διάνοια, ώστε να νομίζει ότι τα αγαθά που έχει θησαυρίσει ο αγαθός Θεός για τους ανθρώπους ως ανταπόδοση της υπακοής τους είναι υλικές τροφές, καρποί της γης που παραδίδονται στη φθορά με την ανάλωσή τους; Αλλά προφανώς, σύμφωνα με την παραβολή του Ευαγγελίου, ο σπόρος στην καλή γη είναι η καλή και αγαθή καρδιά, η οποία ακούει τον λόγο, τον συγκρατεί και καρποφορεί με υπομονή. Είναι άξια λοιπόν της υποσχέσεως του Θεού η απόλαυση των γλυκύτατων καρπών της καρδιάς. Και καρποί της καρδιάς είναι η τέρψη κατά τη θεωρία του θείου κάλλους. Αυτοί δε οι καρποί καλλιεργούνται από τη σπορά στο πνεύμα και θερίζονται για την αιώνια ζωή, και όποιος συγκεντρώνει με αγαλλίαση τα δεμάτια τους, απολαμβάνει πλουσιοπάροχα τον Κύριο, λαμβάνοντας από Αυτόν όσα αιτείται. Προηγουμένως βέβαια πρέπει κανείς να θελήσει, και έπειτα να υπακούσει, ώστε η δική μας προαίρεση να παραμένει αβίαστη. Και πάλι λέει: «Εάν δεν θέλετε, ούτε να με εισακούσετε». Από την έλλειψη της θελήσεως προέρχεται η μη υπακοή. Έτσι κάθε μακαριότητα, καθώς και η οδυνηρή διαβίωση στην κόλαση, εξαρτάται από το δικό μας αυτεξούσιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες