Εἰς ὕψος αἴρει μέγα τὴν εἰς ἀνθρώπους ἀγάπην, οἵπερ ἂν ἐθέλοιεν τοῖς αὐτοῦ πείθεσθαι νόμοις· καὶ τὰς ἀνωτάτω τιμὰς ὀφείλειν ἡμῖν βούλεται, ὡς μητράσι καὶ ἀδελφοῖς. Εἰ γὰρ μητέρα καὶ ἀδελφοὺς αὐτοῦ εἶναί φησι τοὺς ἀκούοντας τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ποιοῦντας αὐτὸν, πῶς οὐχ ἅπασιν ἐναργὲς, ὡς ἐκκεκριμένην καὶ ἀξιόληπτον χαρίζεται τὴν ἀγάπην τοῖς ἑπομένοις αὐτῷ; Οὕτω γὰρ ἦν πεῖσαι πάντας ἥκειν ἐπὶ τὸ βούλεσθαι τοῖς αὐτοῦ καταπείθεσθαι λόγοις. <Αὐτὸς ἀνέβη εἰς πλοῖον, καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.> (A f. 125 b, B f. 80, C f. 123 b) Διέπλει μὲν ὁμοῦ τοῖς ἀγίοις ἀποστόλοις Χριστὸς τὴν Τιβεριάδα θάλασσαν ἤτοι λίμνην. Ἐγήγερται δὲ κατὰ τοῦ σκάφους ἀδόκητός τε καὶ ἀπηνὴς χειμὼν, καὶ ταῖς τῶν ἀνέμων ἐμβολαῖς ὑψοῦ τὸ κῦμα κυρτούμενον, τὸ τοῦ θανάτου δέος ἐνετίθει τοῖς μαθηταῖς· τεθορύβηνται γὰρ οὐ μετρίως, καί τοι τὸ θαλασσουργεῖν εἰδότες, καὶ κλύδωνος οὐκ ὄντες ἀπείρατοι. Ἐπειδὴ δὲ λοιπὸν τοῦ κινδύνου τὸ μέγεθος πρὸς ἀφόρητον αὐτοὺς ἐκάλει δειλίαν, ὡς ἑτέραν οὐκ ἔχοντες τοῦ σώζεσθαι τὴν ἐλπίδα, πλὴν ὅτι μόνον αὐτὸν τὸν τῶν δυνάμεων Κύριον, δῆλον δὲ ὅτι Χριστὸν, διανιστῶσι λέγοντες· «Ἐπιστάτα, σῶσον, ἀπολλύμεθα.» Καθευδῆσαι γὰρ αὐτὸν ὁ εὐαγγελιστὴς φησί· ὁ δὲ Μάρκος προστίθησιν ὅτι καὶ ἐν προσκεφαλαίῳ, δεικνύς τε τὸ ἄτυφον, καὶ πολλὴν ἐντεῦθεν ἡμᾶς παιδεύων φιλοσοφίαν.
Μετάφραση
Ανυψώνει σε μέγα ύψος την αγάπη προς τους ανθρώπους, οι οποίοι επιθυμούν να υπακούουν στους νόμους του· και επιθυμεί να αποδίδει σε εμάς τις ανώτατες τιμές, ως προς μητέρες και αδελφούς. Διότι, εάν λέει ότι μητέρα και αδελφοί του είναι αυτοί που ακούνε τον λόγο του και τον εφαρμόζουν, πώς δεν είναι σε όλους φανερό ότι χαρίζει ξεχωριστή και αξιόλογη αγάπη σε όσους τον ακολουθούν; Διότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να πείσει τους πάντες να φθάσουν στο σημείο να επιθυμούν να υπακούουν στους λόγους του. <Ο ίδιος ανέβηκε σε πλοίο, και οι μαθητές του.> (A f. 125 b, B f. 80, C f. 123 b) Ο Χριστός διέπλεε μαζί με τους αγίους αποστόλους τη θάλασσα της Τιβεριάδας, δηλαδή τη λίμνη. Σηκώθηκε δε εναντίον του σκάφους μια απροσδόκητη και σκληρή τρικυμία, και με τις ορμές των ανέμων το κύμα υψωνόταν ψηλά, εμβάλλοντας στους μαθητές τον φόβο του θανάτου· διότι είχαν ταραχθεί όχι λίγο, αν και γνώριζαν τη ναυτική τέχνη και δεν ήταν άπειροι από τρικυμίες. Επειδή λοιπόν το μέγεθος του κινδύνου τους προκαλούσε αφόρητο φόβο, καθώς δεν είχαν άλλη ελπίδα σωτηρίας παρά μόνο τον ίδιο τον Κύριο των δυνάμεων, δηλαδή προφανώς τον Χριστό, τον ξυπνούν λέγοντας: «Επιστάτα, σώσε μας, χανόμαστε.» Διότι ο ευαγγελιστής αναφέρει ότι εκείνος κοιμόταν· ο δε Μάρκος προσθέτει ότι κοιμόταν πάνω σε προσκέφαλο, δείχνοντας την απλότητά του και διδάσκοντάς μας μέσα από αυτό πολλή σοφία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες