οὐ γὰρ ἀρνούμενος τὴν μητέρα ταῦτ᾽ ἔφη, ἀλλὰ τὸ ἄκαιρον ἀνατρέπων τοῦ εἰπόντος, τοσούτου ὄχλου περιεστῶτος καὶ τῆς αὐτοῦ σωτηριώδους διδασκαλίας προχεομένης καὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὰς ἰάσεις καὶ τὸ κήρυγμα ἀσχολουμένου· ἀπασχόλησις γὰρ ἐδόκει εἶναι τὸ τὸν εἰπόντα ἐκκόψαι αὐτὸν διὰ τοῦ εἰπεῖν «ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου». καὶ εἰ μὴ ὅτι διὰ χαρᾶς ἔσχεν (οὐχ ὡς ἀγνοῶν ὅτι ἥκασι πρὸ τοῦ ἀκηκοέναι, ἀλλὰ προγινώσκων ὅτι ἔξω ἑστήκασιν), ἐπεὶ ἂν μετ᾽ ἐπιτιμίας τὴν ἄκαιρον τοῦ εἰπόντος φωνὴν ἀνέτρεψεν, ὡς καὶ τῷ Πέτρῳ ποτὲ ἔφη «ἀπόστα ἀπ᾽ ἐμοῦ, Σατανᾶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων». 〈Σχόλιον〉 〈ιγ〉. «Πλεόντων αὐτῶν ἀφύπνωσεν· ὁ δὲ ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ τῇ θαλάσσῃ». 〈Ἔλεγχος〉 〈ιγ〉. Τίς ὕπνωσεν, λέγε. περὶ τῆς θεότητος οὐ τολμήσεις λέγειν· εἰ δὲ κἂν εἴποις, κατὰ τῆς σαυτοῦ κεφαλῆς, θεήλατε, βλασφημήσεις. παντὶ δέ τῳ δῆλόν ἐστιν ὅτι ὁ ἐν ἀληθείᾳ ἐνανθρωπήσας ὕπνου χρῄζων διὰ τὸ σωματικὸν ὕπνωσεν. οἱ γὰρ αὐτὸν διυπνίσαντες οὐ δόκησιν εἶδον, ἀλλὰ ἐνανθρώπησιν ἀληθινήν. ἀμέλει χερσὶ κινοῦντες καὶ φωνήσαντες μαρτυροῦσιν ὅτι ἤγειραν. «ἀναστὰς γάρ», φησίν, ὁ κοιμηθεὶς θεὸς σαρκοφόρος, ὁ ἀπ᾽ οὐρανοῦ κατελθὼν καὶ σάρκα δι᾽ ἡμᾶς ἀμφιασάμενος, «ἠγέρθη» μὲν ὡς ἄνθρωπος, «ἐπετίμησε» δὲ ὡς θεὸς τῇ θαλάσσῃ καὶ ἐποίησεν 〈γαλήνην〉. 〈Σχόλιον〉 〈ιδ〉. «
Μετάφραση
Διότι δεν τα είπε αυτά επειδή απαρνήθηκε τη μητέρα του, αλλά για να ανατρέψει το άκαιρο του λόγου εκείνου που του μίλησε, καθώς στεκόταν γύρω του τόσο μεγάλο πλήθος και αναβλύζοντας η σωτηριώδης διδασκαλία του και ενώ ο ίδιος ασχολούνταν με τις θεραπείες και το κήρυγμα. Διότι θεωρήθηκε ότι αποτελούσε περισπασμό το γεγονός ότι αυτός που μίλησε τον διέκοψε, λέγοντας: «Ιδού, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου». Και αν δεν το είχε αντιμετωπίσει με πραότητα (όχι επειδή αγνοούσε ότι είχαν έρθει προτού καν το ακούσει, αλλά επειδή γνώριζε εκ των προτέρων ότι στέκονταν έξω), τότε θα είχε ανατρέψει με επιτίμηση την άκαιρη φωνή εκείνου που του μίλησε, όπως ακριβώς είχε πει κάποτε και στον Πέτρο: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, διότι δεν φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων». 〈Σχόλιο〉 〈ιγ'〉. «Ενώ έπλεαν, αυτός αποκοιμήθηκε· και όταν σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο και τη θάλασσα». 〈Έλεγχος〉 〈ιγ'〉. Ποιος κοιμήθηκε, πες μου; Περί της θεότητας δεν θα τολμήσεις να μιλήσεις· και αν τυχόν το έλεγες, κατά του ίδιου σου του κεφαλιού θα βλασφημούσες, θεοκατάρατε. Είναι όμως σε όλους φανερό ότι Εκείνος που αληθινά ενανθρώπησε, έχοντας ανάγκη από ύπνο λόγω της σωματικής φύσης, κοιμήθηκε. Διότι εκείνοι που τον ξύπνησαν δεν είδαν φαινομενικότητα (δόκηση), αλλά αληθινή ενανθρώπηση. Πράγματι, σκουντώντας τον με τα χέρια και φωνάζοντάς τον, μαρτυρούν ότι τον ξύπνησαν. «Διότι, αφού σηκώθηκε», λέγει, ο κοιμώμενος σαρκοφόρος Θεός, ο οποίος κατήλθε από τον ουρανό και ενδύθηκε σάρκα για εμάς, «εγέρθηκε» μεν ως άνθρωπος, «επιτίμησε» δε ως Θεός τη θάλασσα και έφερε 〈γαλήνη〉. 〈Σχόλιο〉 〈ιδ'〉. «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες