Ὅταν τοίνυν ὑπέρμετρος ἀληθῶς, καὶ οὐκέτι τοῖς πλωτῆρσι φορητὸς ὁ θόρυβος ᾖ, καὶ πρὸς ἄκρον ἤδη τοῦ κακοῦ τὰ πρόβατα βλέπῃ, τότε προσήκει βοᾷν μονονουχὶ λέγοντας· «Ἐξεγέρθητι, ἵνα τί ὑπνοῖς, Κύριε;» Ἀμελητὶ γὰρ διαναστήσεται, καὶ πάντα μὲν ἐκποδὼν ποιήσει φόβον· ἐπιτιμήσει δὲ τοῖς πειράζουσι, καὶ μεταστήσει τὸ πένθος εἰς εὐθυμίαν, εὐδίαν ἁπλώσας τὴν ἁπαλὴν καὶ ἀκύμονα· περιόψεται γὰρ οὐδαμῶς τοὺς ἐπ᾽ αὐτῷ πεποιθότας. <Κατέπλευσαν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν, κ.τ.λ.> (A f. 127, B f. 80 b, C f. 124) Προσωρμίσθη ὁ Σωτὴρ τῇ Γεργεσηνῶν, ὁμοῦ τοῖς ἁγίοις μαθηταῖς· Εἶτά τις ὑπήντησεν ἀνὴρ, ὃς ἦν ἐνδιαίτημα πολλῶν καὶ ἀκαθάρτων πνευμάτων, ἔξω καὶ νοῦ καὶ φρενὸς ὑπάρχων, καὶ οὐδὲν ἀπεοικὼς τῶν τεθνεώτων ἤδη καὶ ἐν γῇ κειμένων· μᾶλλον δὲ τάχα που καὶ ἐν τοῖς ἔτι χείροσι· γυμνὸς γὰρ τὰ τῶν τεθνεώτων μνήματα περιφοιτῶν, τῆς τῶν δαιμονίων ἀπανθρωπίας ἀπόδειξις ἦν. Ἐφίησι γάρ τινας οἰκονομικῶς ὁ τῶν ὅλων Θεὸς ὑπ᾽ αὐτοῖς γίνεσθαι, οὐχ ἵνα πάθωσι μᾶλλον, ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἡμεῖς δι᾽ αὐτῶν μάθωμεν ὁποῖοί τινές εἰσιν ἐκεῖνοι περὶ ἡμᾶς, οὕτω τε παραιτώμεθα τὸ ὑποκεῖσθαι θέλειν αὐτοῖς· ἑνὸς γοῦν πεπονθότος, οἰκοδομοῦνται πολλοί.—Ὁ Γεργεσηνὸς, ἤγουν ἡ ἐν αὐτῷ λανθάνουσα τῶν δαιμονίων ἀγέλη, προσέπιπτε τῷ Χριστῷ, καὶ ταῦτα ἐβόα· «Τί ἐμοὶ καὶ σοὶ, Ἰησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ·» κ.τ.λ.
Μετάφραση
Όταν λοιπόν η ταραχή είναι πραγματικά υπέρμετρη και δεν είναι πλέον ανεκτή από τους ναυτιλλομένους, και τα πρόβατα αντικρίζουν ήδη το αποκορύφωμα του κακού, τότε αρμόζει να φωνάζουν λέγοντας σχεδόν τα εξής: «Εξεγέρθητι, γιατί κοιμάσαι, Κύριε;». Διότι θα εγερθεί χωρίς καθυστέρηση και θα απομακρύνει κάθε φόβο· θα επιτιμήσει αυτούς που τους δοκιμάζουν και θα μετατρέψει το πένθος σε ευθυμία, απλώνοντας γαλήνη απαλή και ακύμαντη· διότι σε καμία περίπτωση δεν θα παραβλέψει αυτούς που έχουν εναποθέσει την ελπίδα τους σε Αυτόν. <Κατέπλευσαν στη χώρα των Γεργεσηνών, κ.τ.λ.> (A f. 127, B f. 80 b, C f. 124) Ο Σωτήρας προσόρμισε στη χώρα των Γεργεσηνών, μαζί με τους αγίους μαθητές. Έπειτα τον συνάντησε ένας άνδρας, ο οποίος αποτελούσε κατοικητήριο πολλών και ακάθαρτων πνευμάτων, ευρισκόμενος εκτός νου και φρενών, και σε τίποτα δεν διέφερε από τους ήδη νεκρούς που κείτονται στη γη· μάλλον δε ίσως βρισκόταν και σε ακόμη χειρότερη κατάσταση· διότι το γεγονός ότι περιφερόταν γυμνός στα μνήματα των νεκρών, αποτελούσε απόδειξη της απανθρωπιάς των δαιμόνων. Διότι ο Θεός των όλων επιτρέπει κατ' οικονομίαν ορισμένοι να βρεθούν υπό την εξουσία τους, όχι για να υποφέρουν περισσότερο, αλλά για να μάθουμε εμείς μέσω αυτών τη στάση που τηρούν εκείνοι απέναντί μας, και έτσι να αποφεύγουμε να επιθυμούμε την υποταγή μας σε αυτούς· άλλωστε, ενώ ένας πάσχει, πολλοί οικοδομούνται. —Ο Γεργεσηνός, δηλαδή η αγέλη των δαιμόνων που κρυβόταν μέσα του, έπεσε στα πόδια του Χριστού και φώναζε τα εξής: «Τι σχέση υπάρχει μεταξύ εμού και σου, Ιησού Υιέ του Θεού;» κ.τ.λ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες