Τοῦτο γὰρ ἐκδείξειεν ἂν καὶ μάλα σαφῶς τὸ κατακρημνίσαι τοὺς χοίρους, ἐναποπνίξαι τε τοῖς ὕδασι. Καὶ διὰ τοῦτο κατένευσεν αἰτοῦσιν αὐτοῖς ὁ Χριστὸς, ἵνα ἐκ τοῦ συμβεβηκότος μάθωμεν ἡμεῖς ὁποῖοί τινές εἰσιν, ὡς ἀπηνεῖς τε καὶ θηριώδεις. <Εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου;> (A f. 130) Οὐκ ἠγνοήθη δὲ τὸ παράδοξον, καίτοι γὰρ πάντα εἰδὼς ὁ Σωτὴρ, ὡς μὴ εἰδὼς ἐρωτᾷ, καί φησι· «Τίς ὁ ἁψάμενος μου;» Οὐκ ἀπιθάνως δὲ τῶν ἁγίων ἀποστόλων εἰπόντων, ὅτι «Οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσιν,» ὃ μέγιστον ἦν σημεῖον τοῦ καὶ σάρκα αὐτὸν ἀληθῆ περικεῖσθαι, καὶ πάντα τῦφον καταπατεῖν, οὐδὲ γὰρ πόῤῥωθεν εἵποντο, ἀλλὰ συνεῖχον αὐτὸν πάντοθεν· αὐτὸς τὸ πραχθὲν εἰς μέσον συνάγει, καὶ ἐπέμενε λέγων, ὅτι «Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾽ ἐμοῦ·» πρὸς τὴν ὑπόνοιαν τῶν ἀκουόντων παχύτερον ἀποκρινόμενος.
Μετάφραση
Διότι αυτό θα το αποδείκνυε πολύ καθαρά το γκρέμισμα των χοίρων και ο πνιγμός τους στα ύδατα. Και για αυτόν τον λόγο ο Χριστός συγκατένευσε στο αίτημά τους, ώστε από το συμβάν να μάθουμε εμείς τι λογής είναι, δηλαδή πόσο σκληροί και θηριώδεις είναι. <Είπε ο Ιησούς: Ποιος με άγγιξε;> (A f. 130) Δεν έμεινε όμως άγνωστο το παράδοξο, διότι αν και ο Σωτήρας γνώριζε τα πάντα, ρωτά σαν να μην γνωρίζει, και λέει: «Ποιος με άγγιξε;». Και ενώ οι άγιοι απόστολοι απάντησαν πολύ λογικά ότι «Τα πλήθη σε περιέχουν και σε συνθλίβουν», πράγμα που αποτελούσε μέγιστο σημάδι του ότι και ο ίδιος ήταν ντυμένος με αληθινή σάρκα και καταπατούσε κάθε έπαρση, διότι δεν τον ακολουθούσαν από μακριά, αλλά τον πίεζαν από παντού· ο ίδιος φέρνει στο φως αυτό που συνέβη, και επέμενε λέγοντας ότι «Κάποιος με άγγιξε· διότι εγώ ένιωσα δύναμη να βγαίνει από εμένα», απαντώντας πιο απλοϊκά, προσαρμοζόμενος στην αντίληψη αυτών που άκουγαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες