Πρὸ τοίνυν τοῦ σωτηρίου σταυροῦ καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, οὔπω τῆς καθ᾽ ἡμᾶς οἰκονομίας τὸ αὐτῇ πρέπον λαβούσης τέλος, δικαίοις τε καὶ ἀδίκοις ἐπεμίσγετο, καὶ συνήσθιε μὲν τελώναις καὶ ἁμαρτωλοῖς, ἐλευθέραν δὲ καὶ τοῖς ἐθέλουσιν ἅπτεσθαι τῆς ἁγίας σαρκὸς ἐδίδου τὴν πρόσοδον, ἵνα πάντας ἁγιάσῃ καὶ καλέσῃ πρὸς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, καὶ ἀνακομίσῃ πρὸς ἕξιν τὴν ὑγιᾶ τοὺς ἠῤῥωστηκότας, καὶ τοῖς ἐξ ἁμαρτιῶν συντετριμμένους νοσήμασι. τοιγάρτοι καὶ ἔφη πάλιν αὐτοῖς “Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ”ἀλλ᾽ οἱ κακῶς ἔχοντες.” οὐκοῦν πρὸ μὲν τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν ἀδιαφόρως ἐπεμίσγετο δικαίοις τε καὶ ἁμαρτωλοῖς· ἀπεσόβει δὲ παντελῶς οὐδένα τῶν προσιόντων αὐτῷ. καὶ γοῦν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαρισαίου κατακεκλιμένῳ ποτὲ, γυνὴ παρειστήκει κλαίουσα, “ἥτις ἦν ἐν τῇ πόλει ἁμαρτωλὸς,” καθὰ γέγραπται, καὶ τὴν ἀειφιλόκοσμον ἀπολύσασα τρίχα, καὶ μόλις ἀνεῖσα τῶν ἀρχαίων κακῶν περιέματτε τοὺς πόδας, καὶ διακωλύσας οὐ φαίνεται· ἀλλὰ καὶ ὅτε τοῦ ἀρχισυναγώγου τὸ κόριον ἐγερῶν ἀπῄει, πάλιν προσελθοῦσα “γυνὴ ἐν ῥύσει ”αἵματος οὖσα ἥψατο τοῦ κρασπέδου αὐτοῦ,” καὶ χαλεπαίνοντα μὲν οὐδαμῶς εὑρήσομεν, λόγου δὲ μᾶλλον αὐτὴν ἀξιώσαντα χρηστοῦ· “Θύγατερ γὰρ, ἔφη, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ”πορεύου εἰς εἰρήνην.”
Μετάφραση
Πριν λοιπόν από τον σωτήριο σταυρό και την εκ νεκρών ανάσταση, όταν η περί ημάς θεία οικονομία δεν είχε ακόμη λάβει την πρέπουσα ολοκλήρωσή της, συναναστρεφόταν με δικαίους και αδίκους, και συνέτρωγε με τελώνες και αμαρτωλούς, και παρείχε ελεύθερη την προσέγγιση σε αυτούς που ήθελαν να αγγίξουν την άγια σάρκα Του, προκειμένου να αγιάσει τους πάντες και να τους καλέσει σε επίγνωση της αλήθειας, και να επαναφέρει στην υγιή κατάσταση τους ασθενείς, καθώς και τους συντετριμμένους από τα νοσήματα των αμαρτιών. Γι' αυτό τον λόγο τους είπε πάλι: «Δεν έχουν ανάγκη ιατρού οι υγιείς, αλλά οι ασθενείς». Επομένως, πριν από την εκ νεκρών ανάσταση συναναστρεφόταν αδιακρίτως με δικαίους και αμαρτωλούς, και δεν έδιωχνε απολύτως κανέναν από όσους Τον πλησίαζαν. Και πράγματι, όταν κάποτε παρακαθόταν σε δείπνο στο σπίτι του Φαρισαίου, στεκόταν δίπλα Του κλαίγοντας μια γυναίκα, «η οποία ήταν αμαρτωλή στην πόλη», όπως έχει γραφεί, και αφού έλυσε τα πάντα φιλόκοσμα μαλλιά της, και έχοντας μόλις εγκαταλείψει τις παλιές κακίες, σκούπιζε τα πόδια Του, και δεν φαίνεται να την εμπόδισε· αλλά και όταν πήγαινε για να αναστήσει το κοριτσάκι του αρχισυναγώγου, πάλι Τον πλησίασε μία «γυναίκα που έπασχε από αιμορραγία και άγγιξε το κράσπεδό Του», και δεν θα Τον βρούμε καθόλου να οργίζεται, αλλά αντίθετα να την αξιώνει με λόγο αγαθό: «Κόρη μου», είπε, «η πίστη σου σε έσωσε, πορεύου εν ειρήνη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες