Εἶθ᾽ ἑκατοντάρχοιο λελυμένον ἥδρασε παῖδα· Χήρῃ τ᾽ ἐκ νεκύων ἐν Ναῒμ υἷα πόρε. Τὴν δὲ μύρῳ χρίσασαν ἁγνοὺς πόδας ἥγνισε μύθῳ. Καὶ στῆσεν ἀνέμους, καὶ λεγεῶνα μέγαν. Αἵματος ἔσχε ῥύσιν, καὶ Ἰαείροιο θύγατρα Ἤγαγεν ἐς ζωήν. Πέντε δ᾽ ἄρ᾽ ἐξ ἀκόλων Καὶ δύο ἰχθυδίων, ἐν ἐρήμῳ πέντε ποτ᾽ ἀνδρῶν Θρέψεν χιλιάδας. Εἴδεος ἧκε σέλας.
Μετάφραση
Έπειτα θεράπευσε τον παράλυτο δούλο του εκατοντάρχου· και στη χήρα στη Ναΐν παρέδωσε τον γιο της αναστημένο από τους νεκρούς. Εκείνην που άλειψε με μύρο τα άγια πόδια Του, την εξάγνισε με τον λόγο Του. Και κατέπαυσε τους ανέμους, καθώς και τη μεγάλη λεγεώνα των δαιμόνων. Σταμάτησε τη ρύση του αίματος, και επανέφερε στη ζωή την κόρη του Ιαείρου. Έπειτα, με πέντε άρτους και δύο ψάρια, έθρεψε κάποτε στην έρημο πέντε χιλιάδες άνδρες. Και εξέπεμψε τη λάμψη της μορφής Του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες