ἀδιαίρετος γὰρ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν, πλὴν ὅσον εἰς τὸ εἰδέναι τὸν ἐκ Θεοῦ Πατρὸς ἥκοντα Λόγον καὶ τὸν ἐκ τῆς παρθένου ναὸν, οὐ ταὐτὸν μὲν οὖν ὄντα τῇ φύσει· οὐ γὰρ ὁμοούσιον τῷ ἐκ Θεοῦ Λόγῳ τὸ σῶμα· ἓν δὲ τῇ συνόδῳ καὶ τῇ ἀπερινοήτῳ συνδρομῇ· καὶ ἐπείπερ ζωοποιὸς γέγονε τοῦ Σωτῆρος ἡ σὰρξ, ἅτε δὴ τῇ κατὰ φύσιν ἡνωμένη ζωῇ, τῷ ἐκ Θεοῦ δηλονότι Λόγῳ, ὅταν αὐτῆς ἀπογευσώμεθα, τότε τὴν ζωὴν ἔχομεν ἐν ἑαυτοῖς συνενούμενοι καὶ ἡμεῖς αὐτῇ, καθάπερ οὖν αὐτὴ τῷ ἐνοικήσαντι Λόγῳ. διὰ γάρ τοι τοῦτο καὶ ἐν τῷ τοὺς νεκροὺς διανιστᾶν, οὐ λόγῳ μόνον, οὐδὲ τοῖς θεοπρεπέσιν ἐπιτάγμασιν ὁ Σωτὴρ ἐνεργῶν εὑρίσκεται, ἀλλὰ συνεργάτην ὥσπερ τινὰ πρὸς τοῦτο δὴ μάλιστα τὴν ἁγίαν αὐτοῦ λαμβάνειν ἠπείγετο σάρκα, ἵνα δεικνύῃ ζωοποιεῖν δυναμένην, καὶ ὡς ἓν ἤδη γενομένην πρὸς αὐτόν. καὶ γὰρ ἦν ὄντως ἴδιον αὐτοῦ, καὶ οὐχ ἑτέρου τὸ σῶμα. καὶ γοῦν ὅτε τὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου κόριον διανίστη λέγων “Ἡ παῖς ἔγειραι,” ἐκράτησε τῆς χειρὸς αὐτῆς, καθὰ γέγραπται· ζωοποιῶν μὲν ὡς Θεὸς, τῷ παντουργῷ προστάγματι· ζωοποιῶν δὲ αὖ πάλιν καὶ διὰ τῆς ἁφῆς τῆς ἁγίας σαρκὸς, μίαν τε καὶ συγγενῆ δι᾽ ἀμφοῖν ἐπιδείκνυσι τὴν ἐνέργειαν. ἀλλὰ καὶ ὅτε εἰσεπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναῒν, καὶ “ἐξεκομίζετο μονογενὴς υἱὸς ”τεθνηκὼς τῇ μητρὶ αὐτοῦ,” πάλιν “ἥψατο τῆς σοροῦ, ”λέγων Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.”
Μετάφραση
Διότι είναι αδιαίρετος μετά την ενανθρώπηση, εκτός ως προς το να διακρίνουμε τον Λόγο που προήλθε από τον Θεό Πατέρα και τον ναό από την Παρθένο, τα οποία βέβαια δεν ταυτίζονται κατά τη φύση. Διότι το σώμα δεν είναι ομοούσιο με τον εκ Θεού Λόγο, είναι όμως ένα χάρη στην ένωση και την ακατάληπτη συνδρομή. Και επειδή η σάρκα του Σωτήρος έγινε ζωοποιός, καθότι είναι ενωμένη με την κατά φύση ζωή, δηλαδή με τον εκ Θεού Λόγο, όταν εμείς την γευόμαστε, τότε έχουμε τη ζωή μέσα μας, αφού ενωνόμαστε και εμείς με αυτήν, ακριβώς όπως και αυτή με τον Λόγο που ενοίκησε σε αυτήν. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, και στην ανάσταση των νεκρών, ο Σωτήρας δεν βρίσκεται να ενεργεί μόνο με τον λόγο ούτε με θεοπρεπή προστάγματα, αλλά έσπευδε να χρησιμοποιήσει για τούτο κυρίως ως συνεργό την αγία Του σάρκα, για να δείξει ότι έχει τη δύναμη να ζωοποιεί και ότι έχει ήδη γίνει ένα με Αυτόν. Διότι το σώμα ήταν πράγματι δικό Του και όχι κάποιου άλλου. Και γι' αυτό, όταν ανέστησε το κοριτσάκι του αρχισυναγώγου λέγοντας «Παιδί μου, σήκω», κράτησε το χέρι της, καθώς είναι γραμμένο. Ζωοποιώντας αφενός ως Θεός με το παντοδύναμο πρόσταγμα, ζωοποιώντας αφετέρου πάλι και διά της αφής της αγίας Του σάρκας, επιδεικνύει και μέσω των δύο τη μία και συγγενή ενέργεια. Αλλά και όταν πορευόταν στην πόλη που ονομάζεται Ναΐν, και «μεταφερόταν νεκρός ο μονογενής γιος της μητέρας του», πάλι «άγγιξε το φέρετρο, λέγοντας: Νεανίσκε, σε σένα λέω, σήκω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες