Ἀλλὰ «ταῦτα λέγων ὁ Κύριος ἐφώνει», φησίν, «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω». Οὐχ ὅτι μὴ πάντες οἱ ἄνθρωποι ὦτα ἔχουσιν, ἀλλ’ ὅτι μὴ πάντες ἔχουσι ταῦτα εἰς τὸ ἀκούειν τὸν λόγον τῆς σωτηρίας. Ἐπεὶ δὲ καὶ «νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀκούει» κατὰ τὸ ᾀδόμενον, οἱ σὺν νῷ καὶ μετὰ συνέσεως ἀκούοντες ἐκεῖνοι ὦτα ἔχουσιν ἀκούειν. Εἰ δὲ καὶ «ἀγαθὴ σύνεσις τοῖς ποιοῦσιν αὐτὴν» καὶ ὁ λόγος διὰ πράξεων ἀναγινώσκεται, ἐκεῖνος ἔχει ὦτα ἀκούειν, οὐχ ὁ ἁπλῶς ἀκούων, ἀλλ’ ὁ ὑπακούων καὶ εἰς ἔργον ἄγων τὸ ἀκουσθέν.
Μετάφραση
Αλλά «λέγοντας αυτά ο Κύριος φώναζε», αναφέρει, «όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει». Όχι επειδή δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι αυτιά, αλλά επειδή δεν τα έχουν όλοι για να ακούν τον λόγο της σωτηρίας. Επειδή, λοιπόν, σύμφωνα με το ρητό «ο νους βλέπει και ο νους ακούει», όσοι ακούν με τον νου και με σύνεση, εκείνοι έχουν αυτιά για να ακούν. Αν όμως «είναι αγαθή η σύνεση σε όσους την κάνουν πράξη» και ο λόγος αναγνωρίζεται μέσα από τις πράξεις, τότε έχει αυτιά για να ακούει όχι αυτός που απλώς ακούει, αλλά εκείνος που υπακούει και κάνει πράξη αυτό που άκουσε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες