Ἀκούει Ἡρώδης περὶ αὐτοῦ. Ἀναχωρεῖ εἰς ἔρημον ὁ Ἰησοῦς. Τρέφει τοὺς ὄχλους. Ἐρωτᾷ· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι;» Ὁμολογεῖ Πέτρος. Παραγγέλλει σιωπᾷν. Προλέγει περὶ τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως. Λέγει· «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀρνησάσθω ἑαυτόν.» Μεταμορφοῦται. Κάτεισιν ἀπὸ τοῦ ὄρους. Θεραπεύει τὸν σεληνιαζόμενον. Λέγει περὶ τοῦ πάθους. Ἐζήτουν οἱ μαθηταὶ, τίς ἂν εἴη μείζων· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐδίδαξεν αὐτούς. Εἶτά φησιν· «Ὃς οὐκ ἔστι καθ᾽ ὑμῶν, ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν,» περὶ τοῦ ἐκβάλλοντος τὰ δαιμόνια ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἀκολουθοῦντος αὐτῷ. Βουλόμενον εἰσελθεῖν εἰς τὴν πόλιν τῶν Σαμαρειτῶν οὐκ ἐδέξατο. Εἶτα οἱ μαθηταὶ πῦρ ἤθελον κατενέγκαι ἐπ᾽ αὐτούς· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπετίμησεν αὐτοῖς. Βουλόμενός τις ἀκολουθῆσαι αὐτῷ κωλύεται. Ἕτερος δὲ παρακαλεῖται, καὶ ἀναδύεται.
Μετάφραση
Ο Ηρώδης ακούει για αυτόν. Ο Ιησούς αναχωρεί στην έρημο. Τρέφει τα πλήθη. Ερωτά: «Ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;» Ο Πέτρος ομολογεί. Τους παραγγέλλει να σιωπούν. Προλέγει τα περί του πάθους και της αναστάσεως. Λέγει: «Εάν κάποιος θέλει να έλθει οπίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του.» Μεταμορφώνεται. Κατεβαίνει από το όρος. Θεραπεύει τον σεληνιαζόμενο. Ομιλεί περί του πάθους. Οι μαθητές διερωτώνταν ποιος θα μπορούσε να είναι ο μεγαλύτερος· ο δε Ιησούς τους δίδαξε. Έπειτα λέγει: «Όποιος δεν είναι εναντίον σας, είναι υπέρ σας», αναφερόμενος σε εκείνον που εξέβαλλε τα δαιμόνια στο όνομά του, αλλά δεν τον ακολουθούσε. Όταν θέλησε να εισέλθει στην πόλη των Σαμαρειτών, εκείνη δεν τον δέχθηκε. Έπειτα οι μαθητές ήθελαν να καταβιβάσουν πυρ εναντίον τους· ο δε Ιησούς τους επιτίμησε. Κάποιος που ήθελε να τον ακολουθήσει, εμποδίζεται. Ένας άλλος προσκαλείται, αλλά διστάζει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες