Τὸ γὰρ παθεῖν ἑλέσθαι διὰ Χριστὸν, οὐκ ἄμισθον· μᾶλλον δὲ τῆς αἰωνίου ζωῆς, καὶ δόξης περιποιεῖ τὴν μέθεξιν. Πλὴν οὔπω τὴν ἐξ ὕψος δύναμιν ἐσχηκότας τοὺς μαθητὰς, εἰκὸς ἦν τάχα που καὶ ἀνθρωπίναις περιπεσεῖν ἀσθενείαις, καὶ τοιοῦτόν τι καθ᾽ ἑαυτοὺς ἐννενοηκότας εἰπεῖν· Πῶς ἀρνήσεταί τις ἑαυτόν; Ἢ πῶς ἀπολέσας τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, εὑρήσει πάλιν αὐτήν; Τί δὲ τοῖς τοῦτο παθοῦσι τὸ ἰσοστατοῦν ἔσται γέρας; ἢ καὶ ποίων ἔσται χαρισμάτων μέτοχος; Ἵνα τοίνυν τῶν τοιούτων αὐτοὺς ἀποστήσῃ καὶ λογισμῶν, καὶ ῥημάτων, καὶ οἷον μεταχαλκεύσῃ πρὸς εὐανδρίαν τῆς δοθησομένης αὐτοῖς εὐκλείας ἐπιθυμίαν ἐντεκών· «Λέγω ὑμῖν, φησὶ, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσονται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν του Θεοῦ.» Ἆρά γε εἰς τοσοῦτον αὐτοῖς ἐκταθήσεται, φησὶ, τὸ τῆς ζωῆς μέτρον, ὥστε καὶ εἰς ἐκείνους φθάσαι τοὺς χρόνους, μεθ᾽ οὒς ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων ἐξ οὐρανῶν κατελθὼν ἀποκαταστήσει τοῖς ἁγίοις τὴν ἡτοιμασμένην αὐτοῖς βασιλείαν; Ἀλλ᾽ ἦν μὲν καὶ τοῦτο ἐφικτὸν αὐτῷ. Πάντα γὰρ δύναται, καὶ οὐδὲν ἀμήχανον, ἢ ἀνήνυτον τοῖς αὐτοῦ πανσθενεστάτοις νεύμασι. Βασιλείαν δέ φησιν αὐτὴν τὴν θέαν τῆς δόξης, ἐν ᾗ καὶ αὐτὸς ὀφθήσεται κατ᾽ ἐκεῖνο καιροῦ, καθ᾽ ὃν ἂν ἐπιλάμψει τοῖς ἐπὶ γῆς. Ἥξει γὰρ ἐν δόξῃ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ οὐκ ἔν γε μᾶλλον σμικροπρεπείᾳ τῇ καθ᾽ ἡμᾶς.
Μετάφραση
Διότι το να επιλέξει κανείς να πάθει για τον Χριστό, δεν μένει χωρίς μισθό· μάλλον εξασφαλίζει τη συμμετοχή στην αιώνια ζωή και δόξα. Επειδή όμως οι μαθητές δεν είχαν λάβει ακόμη τη δύναμη από ψηλά, ήταν επόμενο ίσως να περιπέσουν σε ανθρώπινες αδυναμίες και, σκεπτόμενοι τέτοια πράγματα μέσα τους, να πουν: «Πώς θα αρνηθεί κανείς τον εαυτό του; Ή πώς, αν χάσει την ψυχή του, θα την ξαναβρεί; Ποιο θα είναι το ισάξιο έπαθλο γι' αυτούς που θα το υποστούν αυτό; Ή ποιων χαρισμάτων θα γίνουν μέτοχοι;» Για να τους απομακρύνει λοιπόν από τέτοιους λογισμούς και λόγια, και σαν να τους σφυρηλατεί ξανά προς την ανδρεία, εμφυτεύοντάς τους την επιθυμία για την ένδοξη φήμη που πρόκειται να τους δοθεί, λέει: «Σας λέω, υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευτούν θάνατο, μέχρι να δουν τη βασιλεία του Θεού». Άραγε, λοιπόν, λέει, το μέτρο της ζωής τους θα παραταθεί τόσο πολύ, ώστε να φτάσουν μέχρι εκείνους τους χρόνους, κατά τους οποίους, αφού κατέλθει από τους ουρανούς στη συντέλεια των αιώνων, θα παραδώσει στους αγίους την ετοιμασμένη γι' αυτούς βασιλεία; Αλλά ήταν βέβαια και αυτό εφικτό γι' αυτόν. Διότι τα πάντα μπορεί να τα κάνει, και τίποτα δεν είναι αδύνατο ή ακατόρθωτο στα παντοδύναμα προστάγματά του. Όμως «βασιλεία» ονομάζει την ίδια τη θέα της δόξας, με την οποία και ο ίδιος θα εμφανιστεί εκείνον τον καιρό, κατά τον οποίο θα αναλάμψει στους ανθρώπους της γης. Διότι θα έρθει με τη δόξα του Θεού και Πατέρα, και όχι βέβαια με την ανθρώπινη ταπεινότητά μας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες