Ταύτῃ τοι καὶ εὐζωνοτάτους εἶναι κελεύει, καὶ μερίμνης ἁπάσης κοσμικῆς ἀπαλλάττεσθαι βούλεται, ὡς μηδὲ αὐτῆς τῆς ἀναγκαίας τροφῆς καὶ ἀπαραιτήτου ποιεῖσθαί τινα λόγον. Κόσμον γὰρ αὐτοῖς, καὶ οἷόν τινα στέφανον ἔσεσθαί φησι, τὸ κεκτῆσθαι μηδέν· μήτε μὴν ἐπικομίζεσθαί τι παράπαν, μὴ ῥάβδον, μὴ πήραν, μὴ ἄρτον, μὴ ἀργύριον, μὴ χιτῶνας δύο· μονονουχὶ τὸ ἐν Ψαλμοῖς ἐκεῖνο λέγων· «Ἐπίῤῥιψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτός σε διαθρέψει.» Καὶ γάρ ἐστιν ἀληθὲς ὅπερ αὐτὸς ἔφη Χριστός· «Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.» Ἵνα τοίνυν μονοειδῆ καὶ μονότροπον ἔχωσι τὴν ζωὴν, εἰς μόνον ὁρῶντες τὸ χρῆναι μυσταγωγεῖν, μηδένα προστέταχε ποιεῖσθαι λόγον ἢ ἀμφίων ἢ τροφῆς. Ἀλλὰ φαίη τις ἄν· Καὶ πόθεν αὐτοῖς προσγένοιτο τῶν ἀπαραιτήτως ζητουμένων ὁ πόρος; Διαδείκνυσι καὶ τοῦτο εὐθὺς λέγων· <Καὶ εἰς ἣν οἰκίαν εἰσέλθητε, κ.τ.λ.> (A f. 133, B f. 88 b, D f. 34 b) Ἀρκέσει, φησὶν, ὁ παρὰ τῶν μυσταγωγουμένων καρπός· ἐκεῖνοι παρ᾽ ὑμῶν τὰ πνευματικὰ λαμβάνοντες, τῶν σωματικῶν ποιήσονται πρόνοιαν. Ἐν οἰκίᾳ δὲ μιᾷ μένειν τε αὐτοὺς προστέταχε καὶ [μὴ] ἀπ᾽ αὐτῆς ἐξέρχεσθαι· ὥστε μήτε τὸν δεχόμενον λυπεῖν, μήτε αὐτοὺς δόξαν λαβεῖν γαστριμαργίας καὶ εὐκολίας.
Μετάφραση
Για τον λόγο αυτόν προστάζει να είναι απολύτως ευσταλείς και ανάλαφροι, και επιθυμεί να απαλλάσσονται από κάθε κοσμική μέριμνα, ώστε να μην ενδιαφέρονται καθόλου ούτε καν για την αναγκαία και απαραίτητη τροφή. Διότι λέει ότι στολίδι για αυτούς, και σαν ένα είδος στεφάνου, θα είναι το να μην κατέχουν τίποτα, και βέβαια το να μην παίρνουν μαζί τους απολύτως τίποτα, ούτε ραβδί, ούτε σακίδιο, ούτε ψωμί, ούτε χρήματα, ούτε δύο χιτώνες, λέγοντας σχεδόν εκείνο το του Ψαλμού: «Ανάθεσε στον Κύριο τη μέριμνά σου, και αυτός θα σε θρέψει». Και πράγματι είναι αληθές αυτό που είπε ο ίδιος ο Χριστός: «Δεν μπορείτε να δουλεύετε και στον Θεό και στον μαμωνά». Για να έχουν λοιπόν μια ζωή απλή και απερίσπαστη, αποβλέποντας μόνο στο ότι οφείλουν να μυσταγωγούν, πρόσταξε να μην ενδιαφέρονται καθόλου ούτε για ενδύματα ούτε για τροφή. Αλλά θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος: Και από πού θα προκύψει για αυτούς ο πόρος των απολύτως απαραίτητων; Το δείχνει αμέσως και αυτό, λέγοντας: <Και σε όποια οικία εισέλθετε, κ.τ.λ.> (A f. 133, B f. 88 b, D f. 34 b). Θα αρκέσει, λέει, η προσφορά από αυτούς που μυσταγωγούνται. Εκείνοι, λαμβάνοντας από εσάς τα πνευματικά αγαθά, θα φροντίσουν για τα σωματικά. Πρόσταξε μάλιστα να μένουν σε μία οικία και να μην αναχωρούν από αυτήν, ώστε ούτε να λυπούν αυτόν που τους φιλοξενεί, ούτε οι ίδιοι να δημιουργήσουν την εντύπωση της λαιμαργίας και της επιπολαιότητας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες