Ἀπῆλθεν οὖν εἰς ξένην χώραν ὁ ἄσωτος καὶ πατραλοίας οὐ μαθὼν ἐκεῖνο λέγειν· Ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ θεῷ ἀγαθόν ἐστιν. Καὶ μὴ θαυμάσῃς εἰ ἀλληγορικῶς τὸν ἁμαρτωλὸν πατραλοίαν ἐκάλεσα· μάλιστα γὰρ ἄξιος ταύτῃ τῇ κατηγορίᾳ μαστίζεσθαι ὁ τὸν κοινὸν ἁπάντων ἀθετῶν πατέρα. Καί, εἰ βούλει, ἄκουσον τοῦ θεοῦ ἐν Ἠσαΐᾳ κατὰ τῶν ἀγνωμόνων Ἰσραηλιτῶν σχετλιάζοντος· Ἄκουε, οὐρανέ, καὶ ἐνωτίζου, γῆ, ὅτι κύριος ἐλάλησεν· υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν. Καὶ ἀλλαχοῦ· Εἰ πατήρ εἰμι ἐγώ, ποῦ ἐστιν ἡ δόξα μου; καὶ εἰ κύριός εἰμι ἐγώ, ποῦ ἐστιν ὁ φόβος μου; Χαλεπὸν δὲ υἱῷ νέῳ χωρισθῆναι πατρός· μέχρι μὲν γὰρ σύνεστι τῷ γεγεννηκότι, εἴτε αὐθαιρέτως εἴτε φόβῳ καὶ αἰδοῖ, κόσμιός ἐστι, τεταγμένος, σώφρων, παιδαγωγὸν ἔχων ἀχώριστον ἐκ τῆς φύσεως, οὐδενὶ τῶν ἀκολάστων ὁμιλῶν οὐδὲ φρατρίαις νέων ἀσώτων ἐγκαλινδούμενος οὐδὲ τοῦ δαπανᾶσθαι κακῶς ἐξουσίαν ἔχων ἀκώλυτον. Ὕλη γὰρ ἀκολασίας τῷ νέῳ ἡ τῆς εὐπορίας δαψιλεία· πάντα γὰρ ταῦτα ἀνείργει καὶ ἐλαύνει μακρὰν ὁ τοῦ πατρὸς ὀφθαλμός. Ὅταν δὲ ἐφ’ ἑαυτοῦ γένηται καὶ μήτε φόβος μήτε αἰδὼς παρῶσι, δύο φύλακες ἰσχυροὶ ταραττομένης νεότητος, τότε δὴ τότε οἴχεται πάντα καὶ ἀνατέτραπται καὶ οὐδεὶς ἱκανὸς ἐπισχεῖν τὸ κακὸν ὥσπερ τινὰ πυρκαϊὰν αὐξηθεῖσαν ἤδη καὶ πολλὰς χεῖρας τῶν σβεννύντων νικῶσαν.
Μετάφραση
Έφυγε λοιπόν σε ξένη χώρα ο άσωτος και πατραλοίας, επειδή δεν έμαθε να λέει εκείνο: «Για μένα όμως το να προσκολλώμαι στον Θεό είναι καλό». Και μην απορήσεις αν αλληγορικά αποκάλεσα τον αμαρτωλό πατραλοία· διότι είναι προπάντων άξιος να μαστιγώνεται με αυτή την κατηγορία εκείνος που αθετεί τον κοινό Πατέρα όλων. Και, αν θέλεις, άκουσε τον Θεό στον Ησαΐα να αγανακτεί κατά των αγνωμόνων Ισραηλιτών: «Άκουε, ουρανέ, και αφουγκράσου, γη, διότι ο Κύριος μίλησε: γιους εγέννησα και ύψωσα, αυτοί όμως με αθέτησαν». Και αλλού: «Αν εγώ είμαι πατέρας, πού είναι η δόξα μου; Και αν εγώ είμαι κύριος, πού είναι ο φόβος προς εμένα;» Είναι σκληρό για έναν νέο γιο να χωριστεί από τον πατέρα του· διότι, όσο διάστημα είναι μαζί με εκείνον που τον γέννησε, είτε με τη θέλησή του είτε από φόβο και σεβασμό, είναι κόσμιος, πειθαρχημένος, συνετός, έχοντας έναν αχώριστο παιδαγωγό από την ίδια τη φύση, χωρίς να συναναστρέφεται κανέναν από τους ακόλαστους, ούτε να εμπλέκεται σε παρέες άσωτων νέων, ούτε να έχει ανεμπόδιστη την εξουσία να σπαταλάει τα χρήματά του κακώς. Διότι ύλη της ακολασίας για τον νέο είναι η αφθονία του πλούτου· όλα αυτά όμως τα εμποδίζει και τα διώχνει μακριά το μάτι του πατέρα. Όταν όμως μείνει μόνος του και δεν υπάρχει ούτε φόβος ούτε σεβασμός, οι δύο ισχυροί φύλακες της ταραγμένης νεότητας, τότε ακριβώς χάνονται και ανατρέπονται τα πάντα και κανείς δεν είναι ικανός να συγκρατήσει το κακό, σαν μια πυρκαγιά που έχει ήδη φουντώσει και νικά τα πολλά χέρια εκείνων που προσπαθούν να τη σβήσουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες