ἐνετίθει γὰρ μάλιστα τοῖς ἱερουργοῖς τὸν τοῦ Θεοῦ φόβον, στέλλεσθαι μὲν ἀναπείθων ἀπὸ προσώπου ὀνόματος αὐτοῦ, τουτέστιν, ὑφορᾶσθαι καὶ ὑποστέλλεσθαι παρασκευάζων τὸ ὄνομα τὸ Δεσποτικὸν, αἰδῶ τε τὴν εἰς αὐτὸ ποιεῖσθαι δεῖν ἀναπείθων οὐ πάρεργον, ἀλλ᾽ ἐσπουδασμένην· οὗ τί ἂν γένοιτο τιμαλφέστερον; γέγραπται γὰρ, ὅτι “Ὁ φοβούμενος τὸν ”Κύριον, οὗτος ὑγιαίνει.” καὶ πάλιν “Φόβος Κυρίου δόξα ”καὶ καύχημα.” μεμαρτύρηκε τοίνυν τοῖς ὁσίως καὶ ἀληθῶς ἱερατευκόσι τὸ βεβηκὸς εἰς ἀσφάλειαν. οὐ γὰρ ἁπλῶς πεφοβῆσθαί φησιν αὐτοὺς, ἀλλ᾽ ἐν φόβῳ πεφοβῆσθαι, τουτέστιν ὡς ἐν ὅλῃ ψυχῇ καὶ καρδίᾳ τὸν θεῖον εἰσδέξασθαι φόβον. αἱ γὰρ ἐπιτάσεις ἐν τούτοις, καὶ ὁ τῶν λέξεων ἀναδιπλασιασμὸς τὸ ἐρηρεισμένον εἰς ἀρετὴν τῶν ἐπαινουμένων τοῖς ἀκροωμένοις κατασημαίνουσιν. <Νόμος ἀληθείας ἦν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, καὶ ἀδικία οὐχ εὑρέθη ἐν χείλεσιν αὐτοῦ.> Ἐκέλευε γὰρ ὁ νόμος καὶ τοῦ ψεύδους ἀποφοιτᾶν, ὀρθά τε καὶ δίκαια λαλεῖν καὶ τὴν ἐφ᾽ ἑκάστῳ πράγματι κρίσιν ἀληθῆ τε καὶ ἀδιάστροφον ποιεῖσθαι φιλεῖν. ἔοικε δὲ πάλιν ἀλήθειαν ὀνομάζειν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τὸν Χριστὸν, οὗ τὸν νόμον ἐν χείλεσι πεφορεκέναι φησὶ τοὺς βιοτεύοντας ἱεροπρεπῶς. εἰ γὰρ καὶ ἦν, ὡς ἔφην, ἐν σκιαῖς ὁ νόμος, ἀλλ᾽ ἦν ἐν αὐτῷ τῆς ἀληθείας ἡ μόρφωσις, καὶ τῶν εὐαγγελικῶν θεσπισμάτων ἡ ὡς ἐν γράμμασιν ὑποτύπωσις.
Μετάφραση
Διότι ενέπνεε κυρίως στους λειτουργούς τον φόβο του Θεού, πείθοντάς τους να συστέλλονται ενώπιον του ονόματός Του, δηλαδή προετοιμάζοντάς τους να σέβονται και να ευλαβούνται το Δεσποτικό όνομα, και πείθοντάς τους ότι οφείλουν να επιδεικνύουν προς αυτό σεβασμό όχι παρεμπιπτόντως, αλλά με ιδιαίτερο ζήλο. Και τι θα μπορούσε να είναι πολυτιμότερο από αυτό; Διότι έχει γραφτεί ότι «Εκείνος που φοβάται τον Κύριο, αυτός υγιαίνει». Και πάλι: «Ο φόβος του Κυρίου είναι δόξα και καύχημα». Έδωσε λοιπόν τη μαρτυρία για εκείνους που ιεράτευσαν με οσιότητα και αλήθεια ότι βαδίζουν με ασφάλεια. Διότι δεν λέει απλώς ότι Τον φοβήθηκαν, αλλά ότι «Τον φοβήθηκαν με φόβο», δηλαδή ότι δέχθηκαν τον θείο φόβο με όλη τους την ψυχή και την καρδιά. Διότι οι εμφάσεις σε αυτά τα σημεία και ο διπλασιασμός των λέξεων φανερώνουν στους ακροατές τη σταθερότητα στην αρετή αυτών που επαινούνται. <Νόμος αληθείας υπήρχε στο στόμα του, και αδικία δεν βρέθηκε στα χείλη του.> Διότι ο νόμος πρόσταζε την απομάκρυνση από το ψέμα, το να μιλούν ορθά και δίκαια, και να αγαπούν να εκφέρουν για το κάθε πράγμα κρίση αληθινή και αδιάστροφη. Φαίνεται όμως και πάλι ότι ονομάζει αλήθεια τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον νόμο του οποίου αναφέρει ότι φέρουν στα χείλη τους όσοι διάγουν τον βίο τους ιεροπρεπώς. Διότι, έστω κι αν ο νόμος ήταν, όπως είπα, σκιώδης, εντούτοις υπήρχε μέσα του η μορφοποίηση της αλήθειας και η γραπτή προτύπωση των ευαγγελικών θεσπισμάτων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες