Οὐκοῦν πρῶτον μὲν ζητεῖν δεῖ, τί τὸ ἀγαθὸν θέλημα τοῦ Θεοῦ· εἶτα, ὅταν γνωρίσωμεν τὸ ἀγαθὸν, ἐξετάζειν, εἰ τὸ ἀγαθὸν τοῦτο καὶ εὐάρεστον τῷ Θεῷ ἐστιν. Ἔστι γάρ τι. ὃ τῷ μὲν ἰδίῳ λόγῳ καὶ θέλημα Θεοῦ ἐστι, καὶ ἀγαθόν ἐστιν· ὅταν δὲ ἢ παρὰ πρόσωπον, ἢ παρὰ καιρὸν γένηται, οὐκέτι καὶ εὐάρεστον Θεῷ ἐστιν. Οἷον, θέλημα Θεοῦ ἦν, καὶ ἀγαθὸν ἦν τὸ θυμιᾷν Θεῷ, ἀλλ᾽ οὐκ ἦν εὐάρεστον Θεῷ, τοὺς περὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν τοῦτο ποιεῖν. Καὶ πάλιν, θέλημα Θεοῦ ἐστι, καὶ ἀγαθόν ἐστι τὸ ἐλεημοσύνην ποιεῖν· ἀλλὰ τὸ ἕνεκεν τοῦ δοξασθῆναι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ποιεῖν, οὐκέτι καὶ εὐάρεστον Θεῷ ἐστι. Καὶ πάλιν, θέλημα Θεοῦ ἦν, καὶ ἀγαθὸν ἦν τὸ τοὺς μαθητὰς, ὃ πρὸς τὸ οὖς ἤκουσαν, κηρύξαι ἐπὶ τῶν δωμάτων· ἀλλὰ τὸ πρὸ καιροῦ τι εἰπεῖν οὐκέτι καὶ εὐάρεστον ἦν τῷ Θεῷ· Μηδενὶ γὰρ εἴπητε, φησὶ, τὸ ὅραμα τοῦτο, ἕως οὗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. Καὶ καθόλου πᾶν θέλημα Θεοῦ ἀγαθὸν τότε καὶ εὐάρεστόν ἐστιν, ὅταν πληρωθῇ ἐπ᾽ αὐτῷ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου εἰρημένον· Πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε· καὶ, Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω. Πάλιν δὲ, ὅταν καὶ θέλημα Θεοῦ ᾖ τι, καὶ ἀγαθὸν ᾖ, καὶ εὐάρεστον ᾖ, οὐδ᾽ οὕτως ἀμεριμνεῖν χρὴ, ἀλλ᾽ ἀγωνιᾷν καὶ φροντίζειν, ὅπως τέλειον καὶ ἀνελλιπὲς τοῦτο ᾖ· ἐν μέτρῳ ποτὲ μὲν τοῦ γινομένου, εἰ κατὰ τὸ προστεταγμένον γίνεται, ποτὲ δὲ τῆς τοῦ ποιοῦντος δυνάμεως.
Μετάφραση
Επομένως, πρώτα μεν πρέπει να αναζητούμε ποιο είναι το αγαθό θέλημα του Θεού· έπειτα, όταν γνωρίσουμε το αγαθό, να εξετάζουμε αν αυτό το αγαθό είναι και ευάρεστο στον Θεό. Διότι υπάρχει κάτι, το οποίο καθ' εαυτό είναι και θέλημα του Θεού και είναι αγαθό· όταν όμως γίνεται είτε από ακατάλληλο πρόσωπο είτε σε ακατάλληλο καιρό, δεν είναι πλέον και ευάρεστο στον Θεό. Για παράδειγμα, ήταν θέλημα Θεού και ήταν αγαθό το να προσφέρεται θυμίαμα στον Θεό, αλλά δεν ήταν ευάρεστο στον Θεό να το πράττουν αυτό εκείνοι που ήταν μαζί με τον Δαθάν και τον Αβειρών. Και πάλι, είναι θέλημα Θεού και είναι αγαθό το να κάνει κανείς ελεημοσύνη· αλλά το να την κάνει προκειμένου να δοξαστεί από τους ανθρώπους, δεν είναι πλέον και ευάρεστο στον Θεό. Και πάλι, ήταν θέλημα Θεού και ήταν αγαθό να κηρύξουν οι μαθητές πάνω στα δώματα αυτό που άκουσαν στο αυτί· αλλά το να πουν κάτι πριν από τον κατάλληλο καιρό δεν ήταν πλέον και ευάρεστο στον Θεό· διότι λέγει, σε κανέναν να μην πείτε αυτό το όραμα, μέχρις ότου ο Υιός του ανθρώπου αναστηθεί εκ νεκρών. Και γενικά, κάθε αγαθό θέλημα του Θεού είναι τότε και ευάρεστο, όταν εκπληρώνεται σε αυτό εκείνο που έχει ειπωθεί από τον Απόστολο: Όλα να τα κάνετε προς δόξαν Θεού· και, Όλα να γίνονται με ευσχημοσύνη και κατά τάξη. Πάλι δε, όταν κάτι είναι και θέλημα Θεού, και αγαθό είναι, και ευάρεστο είναι, ούτε και τότε πρέπει να αμεριμνούμε, αλλά να αγωνιούμε και να φροντίζουμε ώστε αυτό να είναι τέλειο και ανελλιπές· άλλοτε αναλογικά με το μέτρο αυτού που γίνεται, εάν δηλαδή γίνεται σύμφωνα με όσα έχουν προσταχθεί, και άλλοτε αναλογικά με τη δύναμη εκείνου που το πράττει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες