Ὁ μὲν γὰρ ἀτεράμνων καὶ ἀπόσκληρος, κατὰ τὴν σκληρότητα ἑαυτοῦ καὶ ἀμετανόητον καρδίαν, θησαυρίζει ἑαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς, ἐπισπώμενος ἁμαρτίαν ἐφ᾽ ἁμαρτίας, αὔξων τὰ ἑαυτοῦ κακά· Ὅταν γὰρ ἔλθῃ ἁμαρτωλὸς εἰς βάθος κακῶν, καταφρονεῖ· ὁ δὲ εὐγνώμων, εἰ καὶ ἅπαξ ποτὲ ὀλισθήσειε κατά τινα τοῦ διαβόλου συναρπαγὴν, δεινῶς βαρεῖται τὴν συνείδησιν, ὡς μὴ δύνασθαι σιγᾷν, μηδὲ κρύπτειν τὸ ἑαυτοῦ κακόν. Ἐκ περισσεύματος γοῦν καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ. Ὅθεν μὴ φέρων σιωπᾷν, ἐξέφηνε τὰ συνέχοντα αὐτὸν, λέγων· Ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾽ ἐμέ· δῆλον δὲ, ὅτι αἱ ἀνομίαι μου. Καὶ πάλιν· Προσώζεσαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου.
Μετάφραση
Διότι ο μεν άτεγκτος και σκληρός, σύμφωνα με τη σκληρότητά του και την αμετανόητη καρδιά του, θησαυρίζει για τον εαυτό του οργή κατά την ημέρα της οργής, επισύροντας αμαρτία πάνω στην αμαρτία και αυξάνοντας τα δικά του κακά. Επειδή, όταν ο αμαρτωλός φτάσει στο βάθος των κακών, φτάνει στην καταφρόνηση. Ο καλοπροαίρετος όμως, ακόμη και αν κάποτε γλιστρήσει μία φορά από κάποια συναρπαγή του διαβόλου, βαραίνεται τόσο φοβερά στη συνείδησή του, ώστε να μην μπορεί να σιωπά, ούτε να κρύβει το δικό του κακό. Διότι από το περίσσευμα της καρδιάς λαλεί το στόμα. Γι' αυτό, μη αντέχοντας να σιωπά, φανέρωσε εκείνα που τον συνείχαν, λέγοντας: «Σαν βαρύ φορτίο βάρυνάν πάνω μου»· είναι φανερό δε, ότι εννοούσε τις ανομίες του. Και πάλι: «Σάπισαν και κακοφόρμισαν οι πληγές μου εξαιτίας της αφροσύνης μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες