Εἶτα τὴν κραυγήν σου δοκιμάζει ὁ θεός· εἰ μὴ ἀδίκως τινὸς κατέκραξας, εἰ μὴ θυμὸν ἄδικον τῇ κραυγῇ ἐσάλπισας, εἰ μὴ ἐπὶ τῷ καταπλῆξαι τὸν ἀθῷον ὡς ὀργίλος ἔκραξας, εἰ μὴ ὡς οἱ λιθάζοντες τὸν Στέφανον ἔκραξας· 〈Κράξαντες δέ,〉 φησί, 〈φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ᾽ αὐτόν.〉 Καὶ ἡ κραυγὴ ὄχημα τοῦ φόνου ἐγίνετο. Πρῶτον οὖν τὰ ῥήματά σου δοκιμάζει ὁ θεός· 〈Ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ.〉 Καὶ δοκιμάζει, οὐχ ἵνα τότε μάθῃ, ἀλλ᾽ ἵνα τότε δικάσῃ. Εἶτα τὴν κραυγήν σου ἐρευνᾷ, καὶ οὕτω τὴν δέησίν σου ὑπογράφει ὁ θεός. Ἐπεὶ οὖν τὰ ῥήματα ζυγοστατεῖ ὁ θεός, παρακαλῶ μὴ τὸ κάλλος τῆς ἑορτῆς λοιδορίαις ἢ αἰσχρολογίαις ὑβρίσωμεν, ἀλλ᾽ ἐν 〈ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς〉 αὐτὴν εὐωδιάσωμεν, μὴ εἰς καπηλεῖα τρέχοντες, ἀλλ᾽ εἰς ἐκκλησίαν σπεύδοντες, μὴ μέθῃ βαπτιζόμενοι, ἀλλὰ τῇ αὐταρκείᾳ ὡραϊζόμενοι, μὴ σκιρτῶντες ὡς Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ δοξολογοῦντες ὡς οἱ ἀπόστολοι, μὴ ἐν ταῖς ἀγοραῖς παίζοντες, ἀλλ᾽ ἐν ταῖς οἰκίαις ψάλλοντες. Οὐδεὶς ὀρχούμενος εἰσέρχεται εἰς τὰ βασίλεια· οὐδεὶς μεθύων βασιλεῖ παρίσταται.
Μετάφραση
Έπειτα ο Θεός δοκιμάζει την κραυγή σου· μήπως αδίκως καταφέρθηκες εναντίον κάποιου με κραυγές, μήπως διασάλπισες άδικο θυμό με την κραυγή σου, μήπως έκραξες οργισμένος για να κατατρομάξεις τον αθώο, μήπως έκραξες όπως εκείνοι που λιθοβόλησαν τον Στέφανο· «Αφού έκραξαν δε», λέει, «με μεγάλη φωνή, έκλεισαν τα αυτιά τους και όρμησαν ομόθυμα εναντίον του». Και η κραυγή έγινε όχημα του φόνου. Πρώτα, λοιπόν, ο Θεός δοκιμάζει τα λόγια σου· «Διότι από τα λόγια σου θα δικαιωθείς». Και δοκιμάζει, όχι για να μάθει τότε, αλλά για να δικάσει τότε. Έπειτα ερευνά την κραυγή σου, και έτσι εγκρίνει ο Θεός τη δέησή σου. Επειδή, λοιπόν, ο Θεός ζυγίζει τα λόγια, παρακαλώ να μην προσβάλουμε την ομορφιά της εορτής με λοιδορίες ή αισχρολογίες, αλλά να την κάνουμε να ευωδιάσει με «ψαλμούς και ύμνους και πνευματικές ωδές», να μην τρέχουμε στα καπηλειά, αλλά να σπεύδουμε στην εκκλησία, να μη βυθιζόμαστε στη μέθη, αλλά να στολιζόμαστε με την εγκράτεια, να μην χοροπηδάμε σαν τους Ιουδαίους, αλλά να δοξολογούμε σαν τους αποστόλους, να μην παίζουμε στις αγορές, αλλά να ψέλνουμε στα σπίτια. Κανείς δεν εισέρχεται χορεύοντας στα ανάκτορα· κανείς μεθυσμένος δεν παρουσιάζεται μπροστά σε βασιλιά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες