Εὐχαρίστησον οὖν τῷ Θεῷ τῷ ἐνεγκόντι σε εἰς τοιαύτην κατάστασιν. Εἰ εἴχομεν δὲ τὴν ταπείνωσιν τοῦ Ἰησοῦ, εἴχομεν εἰπεῖν· «Τίς ἐστιν ἡ Μήτηρ μου, καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου;» καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀδελφὸς ἀκούσας παρά τινος ἀδελφοῦ περὶ πολέμου, συνεβούλευσεν αὐτῷ ὡς ἠδυνήθη τὰ εἰς ὠφέλειαν, μὴ φθάσας εἰς τοιοῦτον μέτρον. Καὶ εὐθέως ἦλθεν ὁ πόλεμος ἐπάνω αὐτοῦ. Καὶ ὡς εἶδεν ἑαυτὸν βαρούμενον καὶ ἔγνω ὅτι τοῦτο ὑπέστη ἐκ τοῦ μὴ ὁμολογῆσαι τῷ ἀδελφῷ τὴν ἰδίαν ἀσθένειαν καὶ ὅτι τοὺς Πατέρας μᾶλλον δεῖ ἐρωτᾶν, ἀνήγγειλε τὸ πρᾶγμα τῷ ἄλλῳ Γέροντι.
Μετάφραση
Ευχαρίστησε, λοιπόν, τον Θεό που σε έφερε σε τέτοια κατάσταση. Αν όμως είχαμε την ταπείνωση του Ιησού, θα μπορούσαμε να πούμε: «Ποια είναι η Μητέρα μου, και ποιοι είναι οι αδελφοί μου;» και τα εξής. Ένας αδελφός, όταν άκουσε από κάποιον άλλον αδελφό για τον πόλεμο που δεχόταν, τον συμβούλευσε όπως μπόρεσε για την ωφέλειά του, χωρίς να έχει φτάσει σε τέτοιο μέτρο. Και αμέσως ήρθε ο πόλεμος πάνω του. Και όταν είδε τον εαυτό του να καταβαρύνεται και κατάλαβε ότι το υπέστη αυτό επειδή δεν ομολόγησε στον αδελφό τη δική του αδυναμία και ότι θα έπρεπε μάλλον να ρωτούν τους Πατέρες, ανέφερε το γεγονός στον άλλο Γέροντα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες