Ἐνταῦθα μὲν οὖν ὥσπερ χαρακτῆρα τῆς τοιαύτης ἀσεβείας κατὰ τὸ λεληθὸς ἐμφωλευούσης τῇ ψυχῇ τὴν ἐπιφαινομένην κακίαν ὁ λόγος ἀπέδειξεν. Ὅ γε μὴν μακάριος ἀπόστολος Παῦλος, σφοδρότερον ἐπιστρέφων εἰς φόβον τῶν τοῦ Θεοῦ κριμάτων τοὺς ἀπολωλεκότας τὴν καρδίαν, τοῦτο ἀντὶ τιμωρίας ὁρίζεται, καταδικάζεσθαι τοὺς τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας ἠμεληκότας. Τί γάρ φησι; Καὶ καθὼς οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα, πεπληρωμένους πάσης ἀδικίας, πονηρίας, πλεονεξίας, κακίας, μεστοὺς φθόνου, καὶ τῶν ἑξῆς. Καὶ τοῦτο νενοηκέναι οἶμαι τὸν Ἀπόστολον τὸ κρῖμα, οὐκ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ (Χριστὸν γὰρ εἶχεν ἐν ἑαυτῷ λαλοῦντα), ἀλλ᾽ ἐξ ἐκείνης αὐτοῦ τῆς φωνῆς ὁδηγηθέντα, ἐν ᾗ φησι διὰ τοῦτο ἐν παραβολαῖς λαλεῖν τοῖς ὄχλοις, ἵνα μὴ νοήσωσι τὰ θεῖα τοῦ Εὐαγγελίου μυστήρια, ὅτι φθάσαντες αὐτοὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ ἐπαχύνθῃ ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία· ἵνα ἔχωσιν ἀντὶ τιμωρίας ὑπομένειν τὴν περὶ τὰ μείζονα ἀβλεψίαν, οἳ, προφθάσαντες ἑκουσίως, τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς ἀποτυφλώσαντες, ἐσκοτίσθησαν· ὅπερ ὁ Δαβὶδ φοβούμενος παθεῖν, ἔλεγε· Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μή ποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον.
Μετάφραση
Εδώ, λοιπόν, ο λόγος απέδειξε την εμφανιζόμενη κακία ως χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας τέτοιας ασέβειας που φωλιάζει κρυφά στην ψυχή. Ο μακάριος απόστολος Παύλος, όμως, στρέφοντας με μεγαλύτερη σφοδρότητα προς τον φόβο των κριμάτων του Θεού αυτούς που έχουν χάσει την καρδιά τους, ορίζει το εξής ως τιμωρία: το να καταδικάζονται όσοι αμέλησαν την αληθινή θεογνωσία. Διότι τι λέει; «Και καθώς δεν αποδέχθηκαν να έχουν τον Θεό σε επίγνωση, ο Θεός τους παρέδωσε σε αδόκιμο νου, ώστε να πράττουν τα μη πρέποντα, γεμάτοι από κάθε αδικία, πονηρία, πλεονεξία, κακία, μεστοί από φθόνο» και τα εξής. Και θεωρώ ότι ο Απόστολος κατενόησε αυτό το κρίμα όχι αφ' εαυτού του (διότι είχε μέσα του τον Χριστό που μιλούσε), αλλά επειδή καθοδηγήθηκε από εκείνη τη δική Του φωνή, με την οποία λέει ότι γι' αυτό τον λόγο μιλάει στα πλήθη με παραβολές, για να μην κατανοήσουν τα θεία μυστήρια του Ευαγγελίου, επειδή οι ίδιοι προηγουμένως έκλεισαν τα μάτια τους, και με τα αυτιά τους άκουσαν βαριά, και πάχυνε η ασύνετη καρδιά τους· ώστε να έχουν να υπομένουν ως τιμωρία την τυφλότητα ως προς τα ανώτερα, αυτοί οι οποίοι, προτρέχοντας θεληματικά, τύφλωσαν το μάτι της ψυχής τους και σκοτίστηκαν. Αυτό ακριβώς φοβούμενος ο Δαβίδ μήπως το πάθει, έλεγε: «Φώτισε τους οφθαλμούς μου, μήπως ποτέ υπνώσω εις θάνατον».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες