ὅτε δὲ ἦλθεν ὁ μέγας φωστήρ, «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον· ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω· ὁ εἰς τὰ ἴδια ἐλθών, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον· ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτὸν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι». καὶ ὁρᾷς τοῦτο τὸ φῶς ἐν ποίᾳ σκοτίᾳ φαίνει καὶ ποία σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν; ὅτι τὸ ἀγαθόν, ἀεὶ παρὰ θεοῦ πεμπόμενον τῇ διανοίᾳ τῶν ἀνθρώπων καὶ φωτίζον ἐν τῷ κόσμῳ, ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας οὐχ ἥττηται. 65. Τὸ ὅμοιον δὲ πάλιν ἐπιλαμβάνεται ὁ αὐτὸς Μάνης ἀπὸ τοῦ τὸν σωτῆρα εἰρηκέναι «ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὃς ἔσπειρε 〈εἰς〉 τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ καλὸν σπέρμα. καὶ καθευδόντων τῶν ἀνθρώπων ἐχθρὸς ἄνθρωπος ἦλθε καὶ ἔσπειρε ζιζάνια. εἶτα λέγουσιν αὐτῷ οἱ δοῦλοι αὐτοῦ· οὐχὶ καλὸν σπέρμα ἔσπειρας ἐν τῷ ἀγρῷ; ὁ δὲ ἔφη, ναί. πόθεν οὖν τὰ ζιζάνια; ὁ δὲ ἀποκρινάμενος εἶπεν, ἐχθρὸς ἄνθρωπος τοῦτο ἐποίησεν. οἱ δὲ δοῦλοι πρὸς αὐτὸν εἶπον· θέλεις οὖν ἀπελθόντες ἐκριζώσωμεν τὰ ζιζάνια; ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη· οὔ, μή πως ἐκριζοῦντες τὰ ζιζάνια ἐκριζώσητε καὶ τὸν σῖτον. ἀλλ᾽ ἄφετε ἕως καιροῦ τοῦ θερισμοῦ, καὶ ἐρῶ τοῖς θερισταῖς· συλλέξατε τὰ ζιζάνια καὶ δήσατε δεσμάς, τὸν δὲ σῖτον ἀπόθεσθε ἐν τῇ ἀποθήκῃ, καὶ ἑτοιμάσατε τὰ ζιζάνια εἰς τὸ κατακαῆναι πυρὶ ἀσβέστῳ».
Μετάφραση
Όταν δε ήλθε ο μέγας φωστήρας, «το φως το αληθινόν, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο· ήταν μέσα στον κόσμο, και ο κόσμος δημιουργήθηκε δι' αυτού, και ο κόσμος δεν τον γνώρισε· ήλθε στα δικά του, και οι δικοί του δεν τον δέχθηκαν· σε όσους όμως τον δέχθηκαν, τους έδωσε την εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού». Και βλέπεις αυτό το φως μέσα σε ποιο σκοτάδι φέγγει και ποιο σκοτάδι δεν το κατέλαβε; Διότι το αγαθό, το οποίο πάντοτε στέλνεται από τον Θεό στη διάνοια των ανθρώπων και φωτίζει μέσα στον κόσμο, δεν νικήθηκε από την αμαρτία. 65. Το ίδιο δε πάλι επιχειρεί να εκμεταλλευτεί ο ίδιος ο Μάνης από το ότι ο Σωτήρας είπε: «Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με άνθρωπο οικοδεσπότη, ο οποίος έσπειρε στον αγρό του καλό σπόρο. Ενώ δε οι άνθρωποι κοιμούνταν, ήλθε ένας εχθρός και έσπειρε ζιζάνια. Έπειτα οι δούλοι του τού είπαν: δεν έσπειρες καλό σπόρο στον αγρό; Εκείνος δε είπε, ναι. Από πού λοιπόν προήλθαν τα ζιζάνια; Και εκείνος αποκρινόμενος είπε: άνθρωπος εχθρός το έκανε αυτό. Οι δούλοι τότε του είπαν: θέλεις λοιπόν να πάμε να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια; Αυτός δε τους είπε: όχι, μήπως, καθώς θα ξεριζώνετε τα ζιζάνια, ξεριζώσετε μαζί και τον σίτο. Αλλά αφήστε τα έως τον καιρό του θερισμού, και θα πω στους θεριστές: μαζέψτε τα ζιζάνια και δέστε τα σε δεμάτια, τον δε σίτο αποθηκεύστε τον στην αποθήκη, και ετοιμάστε τα ζιζάνια για να κατακαούν σε άσβεστο πυρ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες