ὅτε δὲ «ἐχθρὸς ἄνθρωπος» κοιμωμένων τῶν ἀνθρώπων ἐπέσπειρε τὸ ‹κτίσμα› καὶ τὸ ‹ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν› καὶ τὸ ‹πῶς οὖν δύναται;› τότε λοιπὸν ὡς ζιζάνιον γέγονεν ἡ κακοῦργος αἵρεσις τῶν Χριστομάχων· καὶ εὐθὺς ὡς ἐρημωθέντες πάσης ὀρθῆς φρονήσεως δίκην λῃστῶν περιεργάζονται καὶ λέγειν τολμῶσι· ‹πῶς οὖν δύναται ὁ υἱὸς ἀιδίως συνυπάρχειν τῷ πατρί; καὶ γὰρ ἄνθρωποι μετὰ χρόνον ἐξ ἀνθρώπων υἱοὶ γίνονται· καὶ ὁ μὲν πατὴρ τριάκοντα ἐτῶν ἐστιν, ὁ δὲ υἱὸς ἀρχὴν ἔχει τότε γεννηθείς· καὶ ὅλως πᾶς υἱὸς ἀνθρώπου οὐκ ἦν πρὶν γεννηθῇ›. πάλιν τε ψιθυρίζουσι· ‹πῶς δύναται ὁ υἱὸς λόγος εἶναι ἢ ὁ λόγος εἰκὼν τοῦ θεοῦ; ὁ γὰρ ἀνθρώπων λόγος ἐκ συλλαβῶν συγκείμενος μόνον ἐσήμανε τὸ βούλημα τοῦ λαλήσαντος καὶ εὐθὺς πέπαυται καὶ ἠφάνισται›.
Μετάφραση
Όταν όμως ο «εχθρός άνθρωπος», ενώ οι άνθρωποι κοιμούνταν, έσπειρε το «κτίσμα» και το «υπήρξε καιρός που δεν υπήρχε» και το «πώς λοιπόν είναι δυνατόν;», τότε πλέον σαν ζιζάνιο φύτρωσε η κακούργα αίρεση των Χριστομάχων. Και αμέσως, σαν να αποστερήθηκαν κάθε ορθό φρόνημα, σαν ληστές περιεργάζονται τα πάντα και τολμούν να λένε: «Πώς λοιπόν είναι δυνατόν ο Υιός να συνυπάρχει αϊδίως με τον Πατέρα; Διότι και οι άνθρωποι, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, γίνονται υιοί από ανθρώπους· και ο μεν πατέρας είναι τριάντα ετών, ο δε υιός λαμβάνει αρχή τότε που γεννιέται. Και γενικά, κανένας υιός ανθρώπου δεν υπήρχε πριν γεννηθεί». Και πάλι ψιθυρίζουν: «Πώς είναι δυνατόν ο Υιός να είναι Λόγος ή ο Λόγος εικόνα του Θεού; Διότι ο λόγος των ανθρώπων, επειδή συντίθεται από συλλαβές, φανερώνει απλώς το θέλημα εκείνου που τον εκφέρει, και αμέσως παύει να υπάρχει και εξαφανίζεται».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες