Ἐνεὸς γὰρ γίνομαι, ἀγαπητοὶ, ὅταν ὑπ᾽ ὄψιν ἐμαυτοῦ ἀγάγω τὰ ὑπὸ Ἡρώδου γεγενημένα πράγματα· εἴ γε ἔστιν ἐκεῖνα λέγειν πράγματα, καὶ μὴ τραύματα, τοῦ τοιαῦτα δεδρακότος πράγματα. Ἐν ἐκείνῳ, φησὶ, τῷ καιρῷ ἤκουσεν Ἡρώδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ, καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ, Οὗτός ἐστιν Ἰωάννης, ὃν ἐγὼ ἀπεκεφάλισα. Αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ. Ὁμολογεῖ τοῦ προφήτου τὸν φόνον, ὃν οὐ δύναται ψεύσασθαι· καὶ ᾔδει ὃν ἀπέκτεινεν, ὅτι προφήτης ἐστὶ, καὶ ἀνὴρ δίκαιος. Εἰ μὴ γὰρ ἐγίνωσκεν, οὐκ ἂν ἔλεγεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἐγηγέρθαι, καὶ διὰ τοῦτο τὰς δυνάμεις ἐν αὐτῷ ἐνεργεῖν. Ὢ συνειδήσεως κακῆς· ἐπὶ οἱῳδήποτε φόνῳ ὁ αὐτὸς μαρτυρεῖ ἑαυτῷ; ὢ συνειδήσεως κακῆς συζώσης ψυχῇ μιαρᾷ, καὶ κολαζούσης ἕως θανάτου, καὶ μετὰ θάνατον ἀπαραίτητα κρινούσης.
Μετάφραση
Διότι μένω άφωνος, αγαπητοί, όταν φέρω ενώπιόν μου τα πράγματα που έγιναν από τον Ηρώδη· αν βεβαίως μπορεί κανείς να τα ονομάζει εκείνα πράγματα, και όχι τραύματα, εκείνου που διέπραξε τέτοια πράγματα. «Εκείνο τον καιρό», λέγει, «άκουσε ο Ηρώδης ο τετράρχης τη φήμη του Ιησού, και είπε στους υπηρέτες του: Αυτός είναι ο Ιωάννης, τον οποίο εγώ αποκεφάλισα. Αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς, και γι' αυτό οι θαυματουργικές δυνάμεις ενεργούν μέσα του». Ομολογεί τον φόνο του προφήτη, για τον οποίο δεν μπορεί να πει ψέματα· και γνώριζε ποιον σκότωσε, ότι δηλαδή είναι προφήτης και άνδρας δίκαιος. Διότι, εάν δεν το γνώριζε, δεν θα έλεγε ότι έχει αναστηθεί από τους νεκρούς, και ότι γι' αυτό ενεργούν μέσα του οι δυνάμεις. Ώ, κακή συνείδηση! Για τι είδους φόνο δίνει ο ίδιος μαρτυρία εναντίον του εαυτού του; Ώ, κακή συνείδηση, που συζεί με μιαρή ψυχή, και την τιμωρεί μέχρι τον θάνατο, και μετά τον θάνατο την κρίνει αμείλικτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες