Τούτῳ καὶ τράπεζα, καὶ σκάμνος, καὶ κλίνη τὸ ἔδαφος ἦν, καὶ κρέα αἱ ἀκρίδες, καὶ πλακοῦς τὸ μέλι τὸ ἄγριον· τούτῳ φιάλη ἡ τῆς χειρὸς κοτύλη ἐτύγχανε, καὶ οἶνος εὐφροσύνης, τὸ πετρογενὲς καὶ διειδέστατον ὕδωρ. Τοῦτον κρατήσας ὁ Ἡρώδης, ἐδέσμει. Ὁ γὰρ Ἡρώδης, φησὶ, κρατήσας τὸν Ἰωάννην, ἔδησε, καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρωδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ. Ὢ πράγματος ἀλλοκότου.
Μετάφραση
Γι' αυτόν και τραπέζι και σκαμνί και κρεβάτι ήταν το έδαφος, και κρέας οι ακρίδες, και γλύκισμα το άγριο μέλι· γι' αυτόν ποτήρι αποτελούσε η χούφτα του χεριού, και κρασί ευφροσύνης το πετρογέννητο και διαυγέστατο νερό. Αυτόν συνέλαβε ο Ηρώδης και τον έδεσε. Διότι ο Ηρώδης, αναφέρει, αφού συνέλαβε τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του Φιλίππου, του αδελφού του. Ω, τι αλλόκοτο πράγμα!
Περισσότερα
Λεπτομέρειες