Γενεσίοις δὲ γενομένοις Ἡρῴδου τοῦ τεχθῆναι εἰς τὸν κόσμον μηδαμῶς ὀφείλοντος μηδὲ προελθεῖν εἰς τὸ κοινὸν τῆς πολιτείας τοῦτο τῆς ἀνθρωπίνης στάδιον, μηδὲ τῶν στοιχείων ἀπολαῦσαι, μὴ τῆς κτίσεως εὐποιεῖσθαι, μὴ τῇ ἀσελγείᾳ κεχρῆσθαι τὴν σελήνην, μεταναλῶσαι τὸν ἥλιον, ὑβρίσαι τῶν ἄστρων τὸν δρόμον, διαβάλαι τὰ τῆς ἡμέρας μέτρα καὶ τῆς νυκτὸς τὰ τέρματα· οὐδὲ γὰρ τὴν ἡμέραν παρανομῶν ᾐσχύνετο, ἀσελγαίνων τῆς νυκτὸς οὐκ ἐφείδετο, οὐκ ἐνετρέπετο τὸν ἡλιακὸν δρόμον, τὰ τοῦ ποιητοῦ παρερχόμενος ὅρια· γενεσίοις δὲ ὅμως ἀγομένοις τοῦ βλάψαντος τὰ γένη καὶ τὴν βασιλικὴν ἐξυβρίσαντος γέννησιν, «ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος εἰς τὸ μέσον καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδῃ· ὅθεν μεθ᾽ ὅρκου ὤμοσεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται. Ἡ δὲ προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς· ’Δός μοι‘, φησίν, ’ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.’ Καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεύς· διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους, ἐκέλευσε δοθῆναι καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ. Καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ· καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς. Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ.» Φεῦ, κακῶν ὅσων αἱ γυναῖκες τὸν βίον τοῖς ἀνθρώποις ἐπλήρωσαν, ὅσας ἀκάνθας ἡμῖν ἔσπειραν καὶ τριβόλους ἐγεώργησαν.
Μετάφραση
Όταν γιορτάζονταν τα γενέθλια του Ηρώδη, ο οποίος δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε γεννηθεί στον κόσμο, ούτε να έχει προσέλθει σε αυτό το κοινό στάδιο της ανθρώπινης κοινωνίας, ούτε να απολαύσει τα στοιχεία της φύσης, ούτε να ευεργετηθεί από την κτίση, ούτε να μεταχειριστεί με ασέλγεια τη σελήνη, να καταναλώσει τον ήλιο, να προσβάλει την πορεία των άστρων, να ανατρέψει τα μέτρα της ημέρας και τα όρια της νύχτας. Διότι παρανομώντας δεν ντρεπόταν την ημέρα, ασελγώντας δεν σεβόταν τη νύχτα, δεν εντρεπόταν την ηλιακή πορεία, παραβαίνοντας τα όρια του Δημιουργού. Όταν λοιπόν εορτάζονταν τα γενέθλια αυτού που έβλαψε τα γένη των ανθρώπων και εξύβρισε τη βασιλική καταγωγή, «χόρεψε η κόρη της Ηρωδιάδας στο μέσον και άρεσε στον Ηρώδη· γι' αυτό με όρκο της υποσχέθηκε να της δώσει ό,τι κι αν του ζητήσει. Εκείνη δε, παρακινημένη από τη μητέρα της, είπε: 'Δώσε μου εδώ, πάνω σε πινάκιο, το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή'. Και λυπήθηκε ο βασιλιάς· αλλά εξαιτίας των όρκων και των συνδαιτυμόνων του, διέταξε να δοθεί, και στέλνοντας φρουρούς αποκεφάλισε τον Ιωάννη στη φυλακή. Και φέρθηκε το κεφάλι του πάνω σε πινάκιο και δόθηκε στο κορίτσι· και εκείνο το πήγε στη μητέρα του. Και αφού προσήλθαν οι μαθητές του, πήραν το σώμα και το έθαψαν, και πηγαίνοντας το ανήγγειλαν στον Ιησού». Αλίμονο, με πόσα κακά γέμισαν οι γυναίκες τον βίο των ανθρώπων, πόσα αγκάθια μάς έσπειραν και τριβόλια καλλιέργησαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες