Καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία, ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα, ἐκραύγασεν, αὐτῷ λέγουσα· Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὸς Δαβίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται· ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Ἀπόλυσον αὐτὴν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. ΙΩΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκω· οὔτε γὰρ ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ᾽ ἐκεῖνός με ἀπέστειλεν. ΠΡΑΞΕΙΣ.
Μετάφραση
Και ιδού, μια γυναίκα Χαναναία, αφού εξήλθε από τα όρια εκείνα, φώναζε προς αυτόν λέγοντας: Ελέησέ με, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ· η θυγατέρα μου δαιμονίζεται άσχημα. Αυτός όμως δεν της αποκρίθηκε λόγο. Και αφού τον πλησίασαν οι μαθητές του, τον παρακαλούσαν λέγοντας: Διώξε την, διότι φωνάζει πίσω μας. Εκείνος δε αποκριθείς είπε: Δεν απεστάλην παρά μόνο στα απολωλότα πρόβατα του οίκου Ισραήλ. ΙΩΑΝΝΗΣ. Διότι εγώ από τον Θεό εξήλθα και έχω έρθει· διότι δεν έχω έρθει από τον εαυτό μου, αλλά εκείνος με απέστειλε. ΠΡΑΞΕΙΣ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες