Ταῦτα ἀκούσας ἐγὼ Κλήμης· Τίς ἄρα τυγχάνει, ἔφην, οὗτος ὁ τοσοῦτος ὢν ἀπατεὼν μαθεῖν ἤθελον. καὶ ὁ Πέτρος ἔφη· Εἰ θέλεις μαθεῖν, πάρεστίν σοι τὸ γνῶναι παρ᾽ ὧν κἀγὼ τὰ κατ᾽ αὐτὸν πάντα ἠκρίβωκα. Ἰοῦστά τις ἐν ἡμῖν ἐστιν Συροφοινίκισσα, τὸ γένος Χανανῖτις, ἧς τὸ θυγάτριον ὑπὸ χαλεπῆς νόσου συνείχετο, ἣ καὶ τῷ κυρίῳ ἡμῶν προσῆλθεν βοῶσα καὶ ἱκετεύουσα, ὅπως αὐτῆς τὸ θυγάτριον θεραπεύσῃ. ὁ δὲ καὶ ὑφ᾽ ἡμῶν ἀξιωθεὶς εἶπεν· Οὐκ ἔξεστιν ἰᾶσθαι τὰ ἔθνη, ἐοικότα κυσὶν διὰ τὸ ἀδιαφόροις χρᾶσθαι τροφαῖς καὶ πράξεσιν, ἀποδεδομένης τῆς κατὰ τὴν βασίλειον τραπέζης τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ. ἡ δὲ τοῦτο ἀκούσασα, καὶ τῆς αὐτῆς τραπέζης ὡς κύων ψιχίων ἀποπιπτόντων συνμεταλαμβάνειν 〈δεομένη〉, μεταθεμένη ὅπερ ἦν, τῷ ὁμοίως διαιτᾶσθαι τοῖς τῆς βασιλείας υἱοῖς τῆς εἰς τὴν θυγατέρα, ὡς ἠξίωσεν, ἔτυχεν ἰάσεως. οὐ γὰρ ἂν ἐθνικὴν οὖσαν καὶ ἐπὶ τῇ αὐτῇ πολιτείᾳ μένουσαν ὁ τὴν ἀρχὴν διὰ τὸ μὴ ἐξεῖναι θεραπεύειν ὡς ἐθνικήν [ἐθνικὴν μείνασαν] 〈...〉, ἐθεράπευεν. αὐτὴ οὖν αὕτη ἡ νόμιμον ἀναδεξαμένη πολιτείαν ὑπὸ τοῦ ἰδίου ἀνδρὸς ἐναντία φρονοῦντος ἡμῖν μετὰ τῆς ἰαθείσης θυγατρὸς ἰδίων οἴκων ἐκβέβληται. ἡ δέ, εὐγνωμονοῦσα πρὸς τὰς συνθήκας καὶ ἐν περιουσίᾳ βίου ὑπάρχουσα, αὐτὴ μὲν χήρα ἔμεινεν, τὸ δὲ θυγάτριον αὐτῆς ἀνδρί τινι εὐγνωμονοῦντι πρὸς τὴν ἀληθῆ πίστιν καὶ πένητι ὄντι συνηρμόσατο.
Μετάφραση
Ακούγοντας αυτά εγώ, ο Κλήμης, είπα: Ήθελα να μάθω, ποιος άραγε είναι αυτός ο τόσο μεγάλος απατεώνας. Και ο Πέτρος απάντησε: Αν θέλεις να μάθεις, μπορείς να το πληροφορηθείς από εκείνους από τους οποίους κι εγώ εξακρίβωσα τα πάντα γύρω από αυτόν. Υπάρχει ανάμεσά μας κάποια Ιούστα, Συροφοινίκισσα, Χαναναία στο γένος, της οποίας η θυγατέρα βασανιζόταν από βαρύτατη ασθένεια. Αυτή προσήλθε και στον Κύριό μας, φωνάζοντας και ικετεύοντας να θεραπεύσει τη θυγατέρα της. Εκείνος, αν και παρακλήθηκε κι από εμάς, είπε: Δεν επιτρέπεται να θεραπεύονται τα έθνη, που μοιάζουν με σκυλιά επειδή κάνουν χρήση αδιάκριτων τροφών και πράξεων, εφόσον το τραπέζι της βασιλείας έχει αποδοθεί στους υιούς του Ισραήλ. Εκείνη, ακούγοντας αυτό, και παρακαλώντας να συμμετάσχει από το ίδιο τραπέζι όπως ο σκύλος από τα ψίχουλα που πέφτουν, αφού μετέβαλε αυτό που ήταν, με το να ζει όμοια με τους υιούς της βασιλείας, πέτυχε τη θεραπεία για τη θυγατέρα της, όπως το είχε ζητήσει. Διότι δεν θα την θεράπευε, αν ήταν εθνική και παρέμενε στον ίδιο τρόπο ζωής, αυτός που εξαρχής αρνήθηκε να τη θεραπεύσει ως εθνική, επειδή δεν επιτρεπόταν. Αυτή λοιπόν, η οποία αποδέχτηκε τον έννομο τρόπο ζωής, εκδιώχθηκε από το σπίτι της από τον ίδιο της τον άνδρα, ο οποίος είχε αντίθετα φρονήματα από εμάς, μαζί με τη θεραπευμένη θυγατέρα της. Εκείνη όμως, αποδεχόμενη με ευγνωμοσύνη αυτές τις συνθήκες και έχοντας περιουσία, η ίδια παρέμεινε χωρίς σύζυγο, ενώ τη θυγατέρα της την πάντρεψε με κάποιον άνδρα ο οποίος είχε καλή διάθεση προς την αληθινή πίστη και ήταν φτωχός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες