Ἐπεθύμει καὶ τῶν ψιχίων τῆς τραπέζης καὶ οὐδὲ τούτων ἐτύγχανεν· ἀλλ’ ὁ μὲν τῇ πλησμονῇ διερρήγνυτο, ὁ δὲ ὑπὸ τῆς ἐνδείας ἐτήκετο. Καλὸν οὖν ἦν καὶ δίκαιον τὴν Χαναναίαν ἐκείνην τὴν Φοίνισσαν διδάσκαλον ἐπιστῆσαι τῷ μισανθρώπῳ πλουσίῳ, λέγουσαν ἐκεῖνα τὰ γεγραμμένα ὅτι Ὦ ἀλάστορ καὶ ὑπερήφανε, καὶ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν· σὺ δὲ τὸν ἀδελφόν σου, τὸν ὁμόφυλον, ταύτης τῆς δωρεᾶς οὐκ ἠξίωσας; Ἀλλ’ οἱ μὲν κύνες ἐπιμελῶς ἐτρέφοντο, κατ’ ἰδίαν οἱ φύλακες, χωρὶς οἱ θηρευτικοί· καὶ στέγης ἠξιοῦντο καὶ κλίνης καὶ θεραπευτὰς εἶχον ἀποκεκληρωμένους κατὰ σπουδήν, ἔρριπτο δὲ χαμαὶ ἡ τοῦ Θεοῦ εἰκὼν ἀμελουμένη καὶ πατουμένη, ἣν ἰδίᾳ χειρὶ ὁ τῶν ὅλων ἀριστοτέχνης καὶ δημιουργὸς διεπλάσατο, εἰ τῷ Μωϋσῆς ἀξιόπιστος τεκμηριῶσαι τῶν ἀνθρώπων τὴν γένεσιν.
Μετάφραση
Επιθυμούσε ακόμη και τα ψίχουλα της τράπεζας και ούτε αυτά δεν απολάμβανε· αλλά ο μεν ένας έσκαγε από την υπερφαγία, ενώ ο άλλος έλιωνε από τη στέρηση. Καλό λοιπόν και δίκαιο θα ήταν να τοποθετηθεί εκείνη η Χαναναία, η Φοίνισσα, ως δασκάλα στον μισάνθρωπο πλούσιο, λέγοντάς του τα γεγραμμένα εκείνα: «Ω αλάστορα και υπερήφανε, και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους· εσύ όμως τον αδελφό σου, τον συνάνθρωπό σου, δεν τον αξίωσες αυτής της παροχής;» Αλλά οι μεν σκύλοι τρέφονταν με επιμέλεια, ξεχωριστά οι φύλακες και ξεχωριστά οι κυνηγετικοί· και αξιώνονταν στέγης και κλίνης, και είχαν υπηρέτες ειδικά ορισμένους για τη φροντίδα τους, ενώ βρισκόταν ριγμένη χάμω η εικόνα του Θεού, παραμελημένη και ποδοπατημένη, την οποία με τα ίδια του τα χέρια ο άριστος τεχνίτης και δημιουργός των πάντων έπλασε, αν βέβαια ο Μωυσής είναι αξιόπιστος μάρτυρας για να τεκμηριώσει τη δημιουργία των ανθρώπων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες