Ἔτι χαμαὶ ἕρπουσι· καίτοι μυρία ἐποίησεν, ὥστε μνημονευθῆναι ἐκεῖνο τὸ θαῦμα, καὶ διὰ τῆς ἐρωτήσεως, καὶ διὰ τῆς ἀποκρίσεως, καὶ διὰ τοῦ ποιῆσαι διακόνους αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦ νεῖμαι τοὺς κοφίνους ἀλλ᾽ ἔτι ἀτελέστερον διέκειντο. Διὸ καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρήμῳ ἄρτοι τοσοῦτοι; Καὶ πρὸ τούτου καὶ νῦν τῆς ἐρημίας μέμνηνται, αὐτοὶ μὲν ἀσθενεῖ λογισμῷ τοῦτο λέγοντες, τὸ δὲ σημεῖον καὶ ἐντεῦθεν ἀνύποπτον ποιοῦντες. Ἵνα γὰρ μή τις λέγῃ, ὅπερ καὶ ἤδη εἶπον, ὅτι ἀπὸ πλησίον τινὸς κώμης οὔσης ἔλαβον, ὁμολογεῖται ὁ τόπος, ἵνα πιστευθῇ τὸ θαῦμα. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ πρότερον σημεῖον καὶ τοῦτο ἐν ἐρημίᾳ ποιεῖ, πολὺ τῶν κωμῶν ἀπεχούσῃ. Ὧν οὐδὲν συνιέντες οἱ μαθηταὶ ἔλεγον· Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι; Καὶ γὰρ ἐνόμιζον ταῦτα αὐτὸν εἰρηκέναι, ὡς αὐτοῖς μέλλοντα ἐπιτάττειν διατρέφειν αὐτούς· σφόδρα ἀνοήτως. Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ πρώην ἔλεγε, Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν, ἵνα αὐτοὺς εἰς ἀφορμὴν ἐμβάλῃ τοῦ αὐτὸν παρακαλέσαι. Νῦν δὲ οὐδὲ τοῦτό φησιν, ὅτι Δότε αὐτοῖς φαγεῖν, ἀλλὰ τί; Σπλαγχνίζομαι, καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω· ἐγγύτερον αὐτοὺς ἄγων καὶ ἐρεθίζων μᾶλλον, καὶ διδοὺς διαβλέψαι πρὸς τὸ παρ᾽ αὐτοῦ ταῦτα αἰτῆσαι. Καὶ γὰρ δεικνύντος ἦν τὰ ῥήματα, ὅτι δύναται μὴ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις, καὶ ἐμφαίνοντος τὴν ἐξουσίαν. Τὸ γὰρ, Οὐ θέλω, τοῦτό ἐστιν ἐνδεικνυμένου.
Μετάφραση
Ακόμη σέρνονται καταγής· αν και έκανε αναρίθμητα πράγματα ώστε να μείνει στη μνήμη τους εκείνο το θαύμα, και μέσω της ερωτήσεως, και μέσω της απαντήσεως, και με το να τους καταστήσει διακόνους της διανομής, και με το να μοιράσει τα κοφίνια· ωστόσο η πνευματική τους κατάσταση ήταν ακόμη ατελής. Γι' αυτό και του λένε: «Από πού θα βρεθούν σε εμάς τόσοι άρτοι μέσα στην έρημο;». Και πριν από αυτό αλλά και τώρα αναφέρουν την έρημο, οι ίδιοι μεν λέγοντάς το αυτό από αδύναμο λογισμό, καθιστώντας όμως κατ' αυτόν τον τρόπο το σημείο υπεράνω πάσης υποψίας. Διότι, για να μην πει κανείς, όπως ήδη ανέφερα, ότι τα έλαβαν από κάποιο κοντινό χωριό, ομολογείται ο τόπος, ώστε να γίνει πιστευτό το θαύμα. Γι' αυτό τον λόγο, τόσο το προηγούμενο σημείο όσο και αυτό το επιτελεί σε έρημο, η οποία απέχει πολύ από τα χωριά. Μη κατανοώντας τίποτε από αυτά, οι μαθητές έλεγαν: «Από πού θα βρεθούν σε εμάς μέσα στην έρημο τόσοι άρτοι;». Διότι νόμιζαν ότι τους τα είχε πει αυτά, επειδή επρόκειτο να τους προστάξει να τους θρέψουν οι ίδιοι· πράγμα εξαιρετικά ανόητο. Γι' αυτό τον λόγο και προηγουμένως έλεγε: «Δώστε τους εσείς να φάνε», προκειμένου να τους δώσει αφορμή να τον παρακαλέσουν. Τώρα όμως δεν λέει ούτε αυτό, δηλαδή «Δώστε τους να φάνε», αλλά τι; «Τους σπλαχνίζομαι, και δεν θέλω να τους απολύσω νηστικούς»· φέρνοντάς τους πιο κοντά και παρακινώντας τους περισσότερο, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αντιληφθούν ότι πρέπει να τα ζητήσουν από Εκείνον. Διότι τα λόγια του έδειχναν ότι έχει τη δύναμη να μην τους απολύσει νηστικούς, φανερώνοντας έτσι την εξουσία του. Διότι η φράση «Δεν θέλω» αυτό ακριβώς καταδεικνύει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες