Ἐρωτῶντος γάρ ποτε τοῦ Κυρίου τοὺς δώδεκα καὶ ἀπόπειραν ποιουμένου ὅπως ἔχουσι πληροφορίας καὶ γνώμης περὶ τῆς εἰς αὐτὸν ὑπολήψεως, καὶ κελεύοντος σαφῶς εἰπεῖν τίνα λέγουσι αὐτὸν εἶναι, τῶν ἄλλων ἁπάντων σιωπῇ βουλευομένων καὶ βραδυνόντων καὶ δεικνύντων ὡς διά τινος ἐπισκέψεως ὠδίνουσι τὴν ἀποκρίσιν, ἀνοίξας τὸ στόμα ταχέως ὁ τὸν ζώπυρον ἐπὶ τῆς ψυχῆς φέρων τῆς πίστεως ἄνθρακα, ᾧ καὶ Ἡσαΐας πρότερον ἐκαθάρθη τὰ χείλη, τὴν μακαρίαν ἐκείνην καὶ σοφὴν ἀληθῶς ῥῆσιν καθωμολόγησε· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Τίνα ἄν τις πρὸς ἀξίαν τῶν λόγων τούτων θαυμάσειεν, ἀξιόπιστος γενόμενος ἑρμηνεὺς τοῦ μεγίστου τῶν ἀποστόλων;
Μετάφραση
Διότι, όταν κάποτε ο Κύριος ρωτούσε τους δώδεκα και τους δοκίμαζε για την πεποίθηση και τη γνώμη που είχαν σχηματίσει γι' αυτόν, και τους ζητούσε να πουν ξεκάθαρα ποιος θεωρούν ότι είναι, ενώ όλοι οι άλλοι σκέπτονταν σιωπηλά, αργοπορούσαν και έδειχναν ότι μέσα από πολλή σκέψη κυοφορούν την απάντηση, ανοίγοντας γρήγορα το στόμα του εκείνος που έφερε στην ψυχή του τον φλογερό άνθρακα της πίστεως, με τον οποίο παλαιότερα είχαν καθαριστεί και τα χείλη του Ησαΐα, ομολόγησε εκείνη τη μακάρια και αληθινά σοφή ρήση: Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος. Τι θα μπορούσε κανείς να θαυμάσει επάξια αυτών των λόγων, αναδεικνυόμενος σε αξιόπιστο ερμηνευτή του μεγίστου των αποστόλων;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες