Καὶ τὸ «Περιεῖλον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὰ Βααλὶμ καὶ τὰ ἄλση Ἀσταρὼθ καὶ ἐδούλευον Κυρίῳ μόνῳ». Καὶ πάλιν ὁ Παῦλος. «Ὥσπερ εἰσὶ θεοὶ πολλοὶ καὶ κύριοι πολλοί, ἀλλ᾽ ἡμῖν εἷς Θεός, ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, δι᾽ οὗ τὰ πάντα». Ἀλλὰ ζητοῦμεν ἐνταῦθα πῶς «Εἷς Θεὸς» εἰρηκὼς οὐκ ἠρκέσθη τῇ φωνῇ (ἔφαμεν γὰρ ὅτι τὸ μόνος καὶ τὸ εἷς ἐπὶ Θεοῦ τὴν φύσιν δηλοῖ), ἀλλὰ καὶ τὸ Πατὴρ προσέθηκε καὶ Χριστοῦ ἐμνημόνευσεν. Ὑπονοῶ τοίνυν ὅτι οὐκ ἐξαρκεῖν ᾠήθη νῦν ὁ Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, κηρύσσειν μόνον Θεὸν τὸν Υἱὸν καὶ Θεὸν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅπερ διὰ τῆς Εἷς Θεὸς ἐδήλωσε ῥήσεως, ἐὰν μὴ καὶ διὰ τῆς προσθήκης τοῦ Πατρὸς τὸν ἐξ οὗ τὰ πάντα δηλώσῃ καὶ διὰ τῆς μνήμης τοῦ Κυρίου τὸν Λόγον τὸν δι᾽ οὗ τὰ πάντα σημάνῃ καὶ πάλιν διὰ τῆς Ἰησοῦ Χριστοῦ συμπαραλήψεως τὴν ἐνανθρώπησιν ἀπαγγείλῃ καὶ τὸ πάθος παραστήσῃ καὶ τὴν ἀνάστασιν φανερώσῃ. Τὸ γὰρ Ἰησοῦς Χριστὸς τὰς τοιαύτας ἐννοίας ἡμῖν ἐμφαίνει. Διὸ καὶ πρὸ τοῦ πάθους παραιτεῖται ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καταγγέλλεσθαι καὶ διαστέλλεται τοῖς μαθηταῖς ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός. Πρόκειται γὰρ αὐτῷ τελειώσαντι τὴν οἰκονομίαν, μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν, ἐπιτρέψαι αὐτοῖς κηρύσσειν αὐτὸν Ἰησοῦν τὸν Χριστόν.
Μετάφραση
Και το: «Αφαίρεσαν οι υιοί του Ισραήλ τα Βααλίμ και τα άλση της Ασταρώθ και λάτρευαν μόνο τον Κύριο». Και πάλι ο Παύλος αναφέρει: «Όπως ακριβώς υπάρχουν πολλοί θεοί και πολλοί κύριοι, αλλά για εμάς υπάρχει ένας Θεός, ο Πατέρας, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα, και ένας Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, μέσω του οποίου έγιναν τα πάντα». Αλλά εξετάζουμε εδώ πώς, ενώ είπε «Ένας Θεός», δεν αρκέστηκε σε αυτή τη φράση (διότι αναφέραμε ότι το «μόνος» και το «ένας» αναφορικά με τον Θεό δηλώνει τη φύση), αλλά πρόσθεσε και το «Πατέρας» και μνημόνευσε τον Χριστό. Υποθέτω, λοιπόν, ότι ο Παύλος, το σκεύος της εκλογής, δεν θεώρησε αρκετό τώρα να κηρύξει μόνο Θεό τον Υιό και Θεό το Άγιο Πνεύμα, πράγμα που δήλωσε μέσω της φράσης «Ένας Θεός», εάν δεν δήλωνε και με την προσθήκη του ονόματος «Πατέρας» Εκείνον από τον οποίο προέρχονται τα πάντα, και αν με τη μνεία του ονόματος «Κύριος» δεν υποδείκνυε τον Λόγο μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα, και πάλι, με τη συμπερίληψη του ονόματος «Ιησούς Χριστός», δεν εξήγγειλε την ενανθρώπηση, δεν παρουσίαζε το πάθος και δεν φανέρωνε την ανάσταση. Διότι το όνομα «Ιησούς Χριστός» αυτές τις έννοιες μας φανερώνει. Γι' αυτό και πριν από το πάθος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός αποφεύγει να διακηρύσσεται και δίνει αυστηρή εντολή στους μαθητές να μην πουν σε κανέναν ότι αυτός είναι ο Ιησούς ο Χριστός. Διότι επρόκειτο, αφού ολοκληρώσει τη θεία οικονομία, μετά την εκ νεκρών ανάσταση και την ανάληψη στους ουρανούς, να τους επιτρέψει να τον κηρύττουν ως Ιησού Χριστό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες