Ὀρθ. Οὐκ εἶχεν οὖν δόξαν πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι; Μακ. Ναὶ, εἶχεν· γέγραπται γάρ· «Πάτερ, δόξασόν με τῇ δόξῃ, ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι, παρὰ σοί.» Ὀρθ. Ἐν αὐτῇ δὲ ἔρχεται κρῖναι ζῶντας καὶ νεκροὺς, ἢ ἐν ἄλλῃ; Μακ. Ἐν αὐτῇ. Ὀρθ. Λέγει δὲ ἐν Εὐαγγελίοις· «Μέλλει γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ.» Αὕτη ἄρα ἡ δόξα τοῦ Υἱοῦ ἐστιν καὶ τοῦ Πατρός. Καὶ ὅτι μία δόξα, ἐν ἄλλῳ τόπῳ τοῦ Εὐαγγελίου λέγει· «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὑτοῦ.» Ἀκούεις, εἰ ὦτα ἔχεις, ὅτι αὐτὴν δόξαν ἑαυτοῦ λέγει καὶ τοῦ Πατρός.
Μετάφραση
Ορθ. Δεν είχε, λοιπόν, δόξα πριν υπάρξει ο κόσμος; Μακ. Ναι, είχε· διότι είναι γραμμένο: «Πατέρα, δόξασέ με με τη δόξα που είχα κοντά σου πριν να υπάρξει ο κόσμος». Ορθ. Και με αυτήν έρχεται να κρίνει ζώντες και νεκρούς, ή με κάποια άλλη; Μακ. Με αυτήν. Ορθ. Λέει όμως στα Ευαγγέλια: «Διότι μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να έλθει με τη δόξα του Πατέρα του». Αυτή, επομένως, είναι η δόξα του Υιού και του Πατρός. Και το ότι η δόξα είναι μία, σε άλλο σημείο του Ευαγγελίου λέει: «Όταν δε έλθει ο Υιός του ανθρώπου με τη δόξα του, και όλοι οι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθίσει επί του θρόνου της δόξας του». Ακούς, εάν έχεις αυτιά, ότι την ίδια αυτή δόξα αποκαλεί δική του και του Πατρός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες