Mt 17, 14—18 Εἰ καὶ ἔδει τὸν τοῦ δαιμονῶντος πατέρα λυπούμενον ἀπελθεῖν οὐ τετυχηκότα τῆς φιλοτιμίας, ἅτε οὐκ ἀμώμητον ποιησάμενον τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων καταβοήσαντα καὶ εἰπόντα, μὴ ἰσχῦσαι αὐτοὺς ἐπιτιμῆσαι τῷ δαίμονι, μᾶλλον δὲ αὐτὸν διαβάλλοντα τὸν τῶν δυνάμεων κύριον· ὁ γὰρ λέγων ἀσθενῆσαι πρὸς ἐνέργειαν τὴν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων τοὺς παρὰ Χριστοῦ ἐξουσίαν λαβόντας ἐκβάλλειν αὐτά, τῆς χάριτος μᾶλλον κατηγορεῖ, οὐχὶ τῶν λαβόντων αὐτήν. διὰ ταῦτα τοίνυν τὸν 〈ἄπιστον〉 ἐκεῖνον πατέρα καὶ διὰ τοῦτο 〈διεστραμμένον〉 ἐχρῆν κενὸν ἀποπεμφθῆναι. ἀλλ᾽ ἵνα μή τις οἴηται καὶ αὐτὸν ἀτονῆσαι τὸν Χριστὸν πρὸς τὴν τοῦ παραδόξου κατόρθωσιν, «ἐπετίμησε τῷ ἀκαθάρτῳ πνεύματι» καὶ παραχρῆμα τοῦ νοσεῖν ὁ παῖς ἀπηλλάττετο «καὶ ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ»· πρὸ γὰρ τοῦ θεραπευθῆναι οὐκ ἦν τοῦ πατρός, ἀλλὰ τοῦ κρατοῦντος πνεύματος.
Μετάφραση
Ματθ. 17, 14-18 Αν και θα έπρεπε ο πατέρας του δαιμονισμένου να απέλθει λυπημένος, χωρίς να έχει λάβει την ευεργεσία, επειδή η προσέλευσή του δεν ήταν άμεμπτη, αλλά καταφέρθηκε εναντίον της χορείας των αποστόλων λέγοντας ότι δεν μπόρεσαν να επιτιμήσουν το δαιμόνιο, συκοφαντώντας με τον τρόπο αυτόν τον ίδιο τον Κύριο των δυνάμεων· διότι εκείνος που λέει ότι στάθηκαν ανίσχυροι ως προς την ενέργεια κατά των ακαθάρτων πνευμάτων αυτοί που έλαβαν την εξουσία από τον Χριστό να τα εκβάλλουν, κατηγορεί μάλλον τη χάρη, και όχι εκείνους που την έλαβαν. Γι' αυτούς τους λόγους, λοιπόν, έπρεπε εκείνος ο άπιστος πατέρας, που εξαιτίας αυτού ήταν και διεστραμμένος, να αποπεμφθεί άπρακτος. Αλλά, για να μη νομίσει κανείς ότι και ο ίδιος ο Χριστός αδυνατούσε να επιτελέσει το παράδοξο, «επετίμησε το ακάθαρτο πνεύμα» και αμέσως το παιδί απαλλάχθηκε από την ασθένεια «και το απέδωσε στον πατέρα του»· διότι πριν θεραπευθεί δεν ανήκε στον πατέρα του, αλλά στο πνεύμα που το κατείχε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες