Κἂν μὲν ἀκούσῃς, Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς, ἵνα ἔχῃς ἐφόδιον πρὸς τὴν αἰώνιον ἀπόλαυσιν, ἀπέρχῃ λυπούμενος· ἂν δὲ ἀκούσῃς, Δὸς χρήματα γυναιξὶ χλιδώσαις, δὸς λιθοξόοις, τέκτοσι, ψηφοθέταις, ζωγράφοις, χαίρεις ὡς δή τι χρημάτων τιμιώτερον κατακτώμενος. Οὐχ ὁρᾷς τοὺς τοίχους τούτους τοὺς ὑπὸ τοῦ χρόνου καταῤῥυέντας, ὧν τὰ λείψανα ὥσπερ σκόπελοί τινες διὰ τῆς πόλεως πάσης ἀνέχουσι; Πόσοι ἦσαν κατὰ τὴν πόλιν πένητες τούτων ἐγειρομένων, οἳ διὰ τὴν περὶ ταῦτα σπουδὴν ὑπὸ τῶν τότε πλουσίων παρεωρῶντο;
Μετάφραση
Αν μεν ακούσεις: «Πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε στους φτωχούς, για να έχεις εφόδιο για την αιώνια απόλαυση», φεύγεις λυπημένος· αν όμως ακούσεις: «Δώσε χρήματα σε γυναίκες παραδομένες στη χλιδή, δώσε σε λιθοξόους, σε ξυλουργούς, σε ψηφοθέτες, σε ζωγράφους», χαίρεσαι, ωσάν να αποκτάς κάτι πολυτιμότερο από τα χρήματα. Δεν βλέπεις αυτούς τους τοίχους που έχουν καταρρεύσει από τον χρόνο, των οποίων τα ερείπια ορθώνονται σαν σκόπελοι σε ολόκληρη την πόλη; Πόσοι φτωχοί υπήρχαν άραγε στην πόλη όταν χτίζονταν αυτά, οι οποίοι, εξαιτίας της υπερβολικής μέριμνας γι' αυτά τα κτίσματα, παραμελούνταν από τους τότε πλουσίους;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες