Δύναται γάρ τις ὀξέως ἐργαζόμενος, ἐν μιᾷ ὥρᾳ ἐνέγκαι ἔργον ὡς ἀπὸ πρωΐθεν ἐργαζόμενος· ὁ λῃστὴς εἰς μίαν ὥραν ἤκουσεν τὸ, «Σήμερον μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ.» Ἀλλ᾽ ἄκουσον τί φασιν ἐκεῖνοι· «Ἡμεῖς οἱ βαστάσαντες τὸ βάρος καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας·» Ἀληθεύουσιν· οὐ γὰρ ἐν νόμῳ ἐβάστασαν τὸ βάρος τοῦ ζυγοῦ τοῦ νόμου, ἀλλ᾽ ἐγένοντο καὶ οὗτοι ἴσοι τούτων διὰ τὸ ἔργον· «Ἑταῖρε, γὰρ, φησὶν, οὐκ ἀδικῶ σε.» Οὐκ ἀδικεῖ ὁ τῆς δικαιοσύνης κριτής· τὸ δὲ «θέλω τούτῳ χαρίσασθαι ὡς καὶ σοὶ,» μὴ νομίσῃς προσωποληψίαν εἶναι, μηδὲ κατὰ χάριν δίδοσθαι τὸν μισθὸν, ἀλλ᾽ οὕτω νόει· ἐπειδὴ οἵως ἂν ποιήσωμεν, οἵως ἂν ἐργασώμεθα, ἄξιον οὐδὲν ποιοῦμεν· πᾶσα γὰρ δικαιοσύνη ἀνθρώπου ὡς ῥακὸς ἀποκαθημένης· χάριν τὸ ὅλον ὠνόμασεν, ὡς λέγει Παῦλος, «Δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι, καὶ οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται·» Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐχ ὅτι οὐκ ἐργαζόμεθα, ἀλλ᾽ ὅτι κατ᾽ ἀξίαν οὐδὲν ποιοῦμεν· «Ὅτ᾽ ἂν γὰρ, φησὶ, ποιήσητε ταῦτα πάντα, εἴπατε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν· ὃ ὠφείλαμεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν.» Ἀμέλει γοῦν ἄρτον τῷ πένητι παρέχεις, καὶ βασιλείαν οὐρανῶν κληρονομεῖς, ὁρᾷς τὸ, θέλω χαρίσασθαι.
Μετάφραση
Διότι μπορεί κάποιος, εργαζόμενος με ζήλο, μέσα σε μία ώρα να αποδώσει έργο σαν να εργαζόταν από το πρωί. Ο ληστής σε μία ώρα άκουσε το: «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο». Αλλά άκουσε τι λένε εκείνοι: «Εμείς που σηκώσαμε το βάρος και τον καύσωνα της ημέρας». Και λένε την αλήθεια. Διότι δεν σήκωσαν το βάρος του ζυγού του νόμου υπό τον νόμο, αλλά έγιναν και αυτοί ίσοι με εκείνους λόγω του έργου. Λέει, λοιπόν: «Φίλε, δεν σε αδικώ». Δεν αδικεί ο κριτής της δικαιοσύνης. Το δε «θέλω να χαρίσω σε αυτόν όπως και σε σένα», μην νομίσεις ότι αποτελεί προσωποληψία, ούτε ότι ο μισθός δίνεται χαριστικά, αλλά να το κατανοήσεις ως εξής: επειδή ό,τι και αν κάνουμε, όπως και αν εργαστούμε, δεν κάνουμε τίποτα το επάξιο. Διότι κάθε ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι σαν ακάθαρτο ράκος. Χάρη τα ονόμασε όλα αυτά, όπως λέει ο Παύλος: «Δικαιώνονται δωρεάν με τη χάρη Του, και όχι από έργα, για να μην καυχηθεί κανείς». Είναι δώρο Θεού, όχι επειδή δεν εργαζόμαστε, αλλά επειδή δεν κάνουμε τίποτα αντάξιο. Λέει: «Όταν κάνετε όλα αυτά, να λέτε ότι είμαστε άχρηστοι δούλοι· διότι κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε». Ασφαλώς, λοιπόν, προσφέρεις ψωμί στον φτωχό και κληρονομείς τη βασιλεία των ουρανών. Βλέπεις το νόημα του «θέλω να χαρίσω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες