Τὸ δὲ, «Ἢ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν, ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι;» Μὴ εἶπεν, ὅτι πονηροὶ οἱ ἅγιοι, ἀλλὰ μή τι πονηροί ἐστε, ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι; Ἀληθῶς γὰρ ἀγαθὸς ἐξ ἀγαθοῦ· οὐ κατὰ τὸ ἔργον καὶ ὁ μισθός· ὀλίγον γὰρ τὸ ἔργον, πολὺς δὲ ὁ μισθός. Ποτήριον ὕδατος ἐπότισας διψῶντα, καὶ ἀπολαμβάνεις «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδεν, οὐδὲ οὖς οὐκ ἤκουσεν·» ὁρᾷς ὅτι ἀγαθός ἐστιν· τὸ δὲ ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων, ἐπειδὴ ἔσονται οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· καὶ «Καλέσω τὸν λαόν μου, λαόν μου.» Καὶ πάλιν, «Ὅταν τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ, τότε καὶ πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται,» ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾦ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μετάφραση
Όσο για το «Ή μήπως ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, επειδή εγώ είμαι αγαθός;» Δεν είπε ότι είναι πονηροί οι άγιοι, αλλά «μήπως είστε πονηροί, επειδή εγώ είμαι αγαθός;» Διότι είναι αληθινά αγαθός προερχόμενος από αγαθό Πατέρα· και ο μισθός δεν είναι ανάλογος με το έργο· διότι το έργο είναι μικρό, αλλά ο μισθός μεγάλος. Πότισες ένα ποτήρι νερό αυτόν που διψούσε, και απολαμβάνεις «εκείνα που μάτι δεν είδε, και αυτί δεν άκουσε»· βλέπεις, λοιπόν, ότι είναι αγαθός. Όσο για το «αρχίζοντας από τους τελευταίους έως τους πρώτους», το λέει επειδή οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι· και «Θα καλέσω τον λαό μου, λαό μου». Και πάλι, «Όταν εισέλθει το πλήρωμα των εθνών, τότε θα σωθεί και όλος ο Ισραήλ», εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες