Ὅτι δὲ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ κύριος τῶν ἡμερῶν, ἐσταυρώθη, 〈Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται〉 εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ μόνη καὶ ὡς δούλη μαρτυροῦσα ἡ παρασκευὴ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς οὐ πιστεύεται ὅτι οὐκ ἦν ἄνθρωπος ψιλὸς ὁ σταυρωθείς, μάρτυρα τὴν κτίσιν καλεῖ, ἵνα ἐπὶ στόματος δύο καὶ τριῶν καὶ πλειόνων μαρτύρων βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια. Εἰπέ, οὐρανέ, διὰ τί σκότος ἐν τῷ πάθει ἐνεδύσω; Ἀποκρίνεται· Ὅτι ἐκεῖνος ἐσταυρώθη ὁ ἐν Ἠσαΐᾳ εἰπών· 〈Ἐνδύσω τὸν οὐρανὸν σκότος.〉 Καὶ τί; Μὴ ἆρα ὅτι ἄνθρωπος ἐπὶ σταυροῦ ἀπέθανεν; Ἀλλὰ ἀποκρίνεται· Εἰ δι᾽ ἄνθρωπον ἐσκοτίσθην, καὶ πῶς, ὅτε Ἀδὰμ τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανε καὶ ὡς νεκρὸς ἀπὸ οἴκου τοῦ παραδείσου ἐξεφέρετο, σκότος οὐκ ἐφόρεσα; Τότε Ἀδὰμ παρὰ τῷ ξύλῳ ἀπέθανε, νῦν δὲ ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀδὰμ σαρκωθεὶς ἐπὶ τῷ ξύλῳ ἀπέθανεν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου θανατώσῃ τὸν θάνατον. Μαρτύρησον καὶ σὺ τῇ ἡμέρᾳ, ἥλιε συνοδοιπόρε ταύτης καὶ συνεργὲ καὶ συναπόδημε καὶ σύνδουλε· Διὰ τί λευκοφορῶν ἐξαίφνης ἐμελανηφόρησας;
Μετάφραση
Ότι δε ο Υιός του ανθρώπου, ο κύριος των ημερών, σταυρώθηκε, «Ιδού ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, και ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί» στα χέρια αμαρτωλών. Αλλά επειδή η Παρασκευή, μαρτυρώντας μόνη της και ως δούλη, δεν γίνεται πιστευτή από τους αιρετικούς ότι εκείνος που σταυρώθηκε δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, καλεί ως μάρτυρα την κτίση, ώστε από το στόμα δύο και τριών και περισσοτέρων μαρτύρων να βεβαιωθεί η αλήθεια. Πες, ουρανέ, γιατί ντύθηκες με σκοτάδι κατά το Πάθος; Αποκρίνεται: Επειδή σταυρώθηκε εκείνος που είπε μέσω του Ησαΐα: «Θα ντύσω τον ουρανό με σκοτάδι». Και λοιπόν; Μήπως επειδή πέθανε ένας άνθρωπος στον σταυρό; Αλλά αποκρίνεται: Εάν σκοτείνιασα για έναν άνθρωπο, πώς τότε που ο Αδάμ πέθανε εξαιτίας της αμαρτίας και ως νεκρός μεταφερόταν έξω από τον οίκο του παραδείσου, δεν φόρεσα σκοτάδι; Τότε ο Αδάμ πέθανε δίπλα στο ξύλο, τώρα όμως ο Ποιητής του Αδάμ, αφού σαρκώθηκε, πέθανε πάνω στο ξύλο, για να θανατώσει τον θάνατο διά του θανάτου. Μαρτύρησε και εσύ για την ημέρα, ήλιε, συνοδοιπόρε της και συνεργάτη και συναπόδημε και σύνδουλε. Γιατί, ενώ φορούσες λευκά, ξαφνικά φόρεσες μαύρα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες