Κατὰ ταύτην δὲ οἶμαι τὴν ἐπίνοιαν εἰρῆσθαι καὶ τὸ «Ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι», καὶ τὸ «Οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ Πατρός». Τοῦτο γάρ ἐστι καὶ τὸ παραδοῦναι τὴν βασιλείαν τὸν Χριστὸν τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, ἀπαρχὴν ὄντα καὶ οὐ τέλος, κατὰ τὴν παχυτέραν, ὡς ἔφην, διδασκαλίαν, ἥτις ὡς πρὸς ἡμᾶς καὶ οὐ πρὸς αὐτὸν τὸν Υἱὸν θεωρεῖται. Ὅτι δὲ ταῦθ᾽ οὕτως ἔχει, πάλιν ἐρωτήσασι τοῖς μαθηταῖς ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν Ἀποστόλων τὸ «Πότε ἀποκαθιστανεῖς τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ» φησιν· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ«. Τουτέστιν οὐ τῶν συνδεδεμένων σαρκὶ καὶ αἵματι τῆς τοιαύτης βασιλείας ἡ γνῶσις. Ταύτην γὰρ τὴν θεωρίαν ὁ Πατὴρ ἐναπέθετο τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, ἐξουσίαν λέγων τοὺς ἐξουσιαζομένους, ἰδίους δὲ ὧν μὴ μετέχει ἄγνοια τῶν κατωτέρω πραγμάτων. Χρόνους δὲ καὶ καιροὺς μή μοι νόει αἰσθητούς, ἀλλὰ διαστήματά τινα γνώσεως ὑπὸ τοῦ νοητοῦ ἡλίου γινόμενα. Δεῖ γὰρ τὴν προσευχὴν ἐκείνην ἐπὶ πέρας ἀχθῆναι τοῦ Δεσπότου ἡμῶν. Ἰησοῦς γάρ ἐστιν ὁ προσευξάμενος· »Δὸς αὐτοῖς ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσι, καθὼς ἐγὼ καὶ σὺ ἕν ἐσμεν, Πάτερ«. Εἷς γὰρ ὢν ὁ Θεός, ἐν ἑκάστῳ γινόμενος ἑνοῖ τοὺς πάντας καὶ ἀπόλλυται ὁ ἀριθμὸς τῇ τῆς μονάδος ἐπιδημίᾳ. Κἀγὼ μὲν οὕτως ἐπέβαλον τῷ ῥητῷ κατὰ τὴν δευτέραν Ἐπιχείρησιν.
Μετάφραση
Σύμφωνα με αυτήν την έννοια, θεωρώ ότι έχει λεχθεί και το «Ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερός μου», και το «Δεν ανήκει σε μένα να το δώσω, αλλά σε αυτούς για τους οποίους έχει ετοιμαστεί από τον Πατέρα». Διότι αυτό σημαίνει και το να παραδώσει ο Χριστός τη βασιλεία στον Θεό και Πατέρα, όντας απαρχή και όχι τέλος, σύμφωνα με την υλικότερη, όπως ανέφερα, διδασκαλία, η οποία νοείται ως προς εμάς και όχι ως προς τον ίδιο τον Υιό. Το ότι αυτά έχουν έτσι, φαίνεται πάλι όταν οι μαθητές τον ρώτησαν στις Πράξεις των Αποστόλων: «Πότε θα αποκαταστήσεις τη βασιλεία στον Ισραήλ;», και εκείνος απαντά: «Δεν είναι δικό σας θέμα να γνωρίζετε χρόνους ή καιρούς, τους οποίους ο Πατέρας έθεσε στη δική του εξουσία». Δηλαδή, η γνώση μιας τέτοιας βασιλείας δεν ανήκει σε αυτούς που είναι δεμένοι με σάρκα και αίμα. Διότι αυτή τη θεωρία ο Πατέρας την εναπόθεσε στη δική του εξουσία, ονομάζοντας «εξουσία» εκείνους που εξουσιάζονται, και «δικούς του» (ιδίους) εκείνους στους οποίους δεν ενυπάρχει η άγνοια των κατώτερων πραγμάτων. Τους χρόνους και τους καιρούς να μην τους εννοείς ως αισθητούς, αλλά ως κάποια διαστήματα γνώσης που προκαλούνται από τον νοητό ήλιο. Πρέπει, δηλαδή, να εκπληρωθεί εκείνη η προσευχή του Δεσπότη μας. Διότι ο Ιησούς είναι εκείνος που προσευχήθηκε: «Δώσε τους να είναι και αυτοί ένα μέσα σε εμάς, όπως εγώ και εσύ, Πατέρα, είμαστε ένα». Διότι ο Θεός, όντας ένας, καθώς εισέρχεται στον καθένα ενώνει τους πάντες, και ο αριθμός καταργείται με την παρουσία της μονάδας. Και εγώ, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο προσέγγισα το ρητό κατά τη δεύτερη Επιχείρηση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες