Διό, ἀδελφέ μου, περὶ οὗ ἐπείγει καὶ περὶ ὧν ἐστὶν ἐν παντὶ καιρῷ χρεία, περὶ τούτων αἰτοῦ τὸν Θεόν. Βλέπε γὰρ τοὺς δύο τυφλοὺς προσερχομένους αὐτῷ καὶ βοῶντας, ἐλέησον ἡμᾶς, Υἱὲ Δαυΐδ. Καὶ τί πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος; Τί θέλετε ἵνα ποιήσω ὑμῖν; Οἱ δὲ τὸν πόνον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας αὐτῶν ᾐτήσαντο, τὸ ἀνοιγηθῆναι αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμούς. Μὴ εἶπαν, δὸς ἡμῖν τίποτε, ὧν καὶ χρείαν ἔχομεν κατ᾽ ἀλήθειαν; Μὴ εἶπαν, δὸς ἡμῖν ἱμάτιον, ὅτι πτωχοὶ ἐσμέν; Ἀλλ᾽ ᾐτήσαντο περὶ οὗ ἐπείγοντο. Βλέπε δὲ καὶ τὴν Χαναναίαν κράζουσαν ὀπίσω τοῦ Κυρίου καὶ λέγουσαν· ἐλέησόν με, Κύριε, ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται.
Μετάφραση
Γι' αυτό, αδελφέ μου, για εκείνο που επείγει και για εκείνα που υπάρχει ανάγκη σε κάθε περίσταση, γι' αυτά να παρακαλάς τον Θεό. Διότι, δες τους δύο τυφλούς που τον πλησίαζαν και φώναζαν: «Ελέησέ μας, Υιέ του Δαβίδ». Και τι τους απάντησε ο Κύριος; «Τι θέλετε να σας κάνω;» Αυτοί όμως ζήτησαν εκείνο που πονούσε και επιθυμούσε η καρδιά τους, δηλαδή το να ανοίξουν τα μάτια τους. Μήπως του είπαν: «Δώσε μας κάτι από εκείνα που πραγματικά έχουμε ανάγκη;» Μήπως είπαν: «Δώσε μας ρούχα, επειδή είμαστε φτωχοί;» Απεναντίας, ζήτησαν αυτό που τους επείγε. Δες επίσης και τη Χαναναία που φώναζε πίσω από τον Κύριο και έλεγε: «Ελέησέ με, Κύριε, η θυγατέρα μου βασανίζεται άσχημα από δαιμόνιο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες