Καὶ ἐφώνησεν αὐτοὺς, καὶ εἶπεν· Τί θέλετε ποιήσω ὑμῖν; Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἵνα ἀνεωχθῶσιν ἡμῶν οἱ ὀφθαλμοί. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς, ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ἀνέβλεψαν.» «Ἦν ἄνθρωπος, καὶ εἶχεν τριάκοντα ὀκτὼ ἔτη ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὑτοῦ· καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» καὶ τὰ ἑξῆς. «Ταῦτα εἰπὼν, ἔπτυσεν χαμαὶ, καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐνέχρισεν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε, νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλοάμ. Καὶ νιψάμενος ἦλθε βλέπων.» «Ἰδοὺ ἀνὴρ Ἰάειρος πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς.» «Ἔτι λαλοῦντος, ἐπορεύθη τις ἀπὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου, λέγων αὐτῷ, ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Καὶ ἐλθὼν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς, ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψεν τὸ πνεῦμα αὐτῆς.» «Ἰδοὺ γυνὴ ἔχουσα πνεῦμα ἀσθενείας ἔτη δεκαπέντε, καὶ ἦν συγκύπτουσα, καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς τὸ παντελές. Εἶπεν δὲ αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη.» «
Μετάφραση
Και τους φώναξε, και είπε: «Τι θέλετε να σας κάνω;» Του λένε: «Κύριε, να ανοιχθούν τα μάτια μας». Ο δε Ιησούς, αφού σπλαγχνίστηκε, άγγιξε τα μάτια τους, και ανέβλεψαν.» «Υπήρχε κάποιος άνθρωπος, και βρισκόταν επί τριάντα οκτώ έτη στην ασθένειά του· και του λέει ο Ιησούς: «Θέλεις να γίνεις υγιής;» και τα εξής. «Αφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω, και έφτιαξε πηλό από το πτύσμα, και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού, και του είπε: Πήγαινε, νίψου στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Και αφού νίφτηκε, ήρθε βλέποντας.» «Ιδού ένας άνδρας, ο Ιάειρος, αφού έπεσε στα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να εισέλθει στον οίκο του, διότι είχε μία μονογενή θυγατέρα περίπου δώδεκα ετών, και αυτή πέθαινε. Ενώ δε αυτός πήγαινε, μία γυναίκα που είχε ρύση αίματος, άγγιξε από πίσω το κράσπεδο του ιματίου του, και αμέσως σταμάτησε η ρύση του αίματός της.» «Ενώ ακόμη μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του αρχισυνάγωγου, λέγοντάς του: Πέθανε η θυγατέρα σου· μην ενοχλείς τον διδάσκαλο. Και αφού ήρθε στην οικία και κράτησε το χέρι της, φώναξε λέγοντας: Παιδί μου, σήκω. Και επέστρεψε το πνεύμα της.» «Ιδού μία γυναίκα που είχε πνεύμα ασθένειας επί δεκαπέντε έτη, και ήταν σκυμμένη, και δεν μπορούσε καθόλου να ανασηκωθεί. Είπε δε σε αυτήν ο Ιησούς: Γυναίκα, έχεις απαλλαγεί από την ασθένειά σου· και αμέσως ανορθώθηκε.» «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες